[Εντροπία] του Μάριου Βασιλόπουλου

[Εντροπία] του Μάριου Βασιλόπουλου

  •  
  •  




Απεμπολεί,
αχ,
τον νου,η νοσταλγία ‘κείνη.
Ξεριζώνει
από το ήρεμο του ξετυλίγματος της νύκτας
τον απαλό και διακριτικό της τρόπο να κυλά
χωρίς να μας αγγίζει.
Κι εδώ πέρα κάτω
φουρτουνιάζει μέσα μας το γαλάζιο της καρδιάς μας.
Κι εδώ πέρα μέσα μας
τσαλαπατίεται το πράο σκούρο μας μαύρο.

Γιατί η νύχτα αυτή
ομοιάζει με το γαλάζο-πράσσινο ανύπαρκτο κύμα του νερού
που ξεκουράζεται
και ξεκουράζει κι αυτό τον ήλιο πάνω του.
Γιατί μέσα στη γαλήνια αυτήν ακινησία
τρέχεις άγαρμπα κατά δώθε.
Προμηνύει την άφιξη σου το τράνταγμα στη σκέψη μας.
Γιατί το ομοίωμα κι οι λέξεις σου
αυτάρεσκα παρελαύνουν μέσα μου
αυτάρεσκα την ηρεμία αφανίζουν
εδώ στο σκούρο ξεδιψασμένο χώμα,
όπως γνώρισες τη νύχτα μου.

Μα εμείς·
δε σε προσκαλέσαμε!
Δε σε φωνάξαμε να διασκεδάσεις τη βραδιά μας.
Δε σε φωνάξαμε για τη ζεστή σου ανάσα στο λαιμό
καθώς να τραμπαλίζουν τα κορμιά μας.

Μα εμείς·
σε ποθήσαμε!
Εμείς σχεδιάζαμε βόλτες πρωινά Κυριακής στην αγκαλιά σου.
Τώρα κοίτα μας καλύτερα.
Εμείς που το σκούρο σου πράσσινο στοχεύαμε πάνω μας και χαμογελώντας,
εμείς που κάναμε τις μακρινές ματιές σου με το χαμόγελο να μοιάζουν άχρωμες,
εμείς σε φέραμε έμμεσα απόψε να κάψεις τους σωρούς απ’τα ξερόχορτα
που το άχρωμο τα πέθανε.



Έργο: Maria Simo

Σχολιάστε υπεύθυνα: