[‘Ενα βήμα μπρος, μια ζωή πίσω] της Βάσως Καψώνα

[‘Ενα βήμα μπρος, μια ζωή πίσω] της Βάσως Καψώνα

  •  
  •  




Η κηδεία μού φάνηκε ότι κράτησε λιγότερο απ’ όσο συνήθως. Στην εκκλησία, γύρω από το φέρετρο οι πιο στενοί συγγενείς, οι κόρες του και οι γαμπροί, ο γιος του και η νύφη, και μερικά εγγόνια. Η δεύτερη κόρη χάιδευε συχνά το παγωμένο κεφάλι του πατέρα της –ήταν η αδυναμία του, το χαϊδεμένο του παιδί. Κάποιοι έκλαιγαν, άλλοι σώπαιναν. Στάθηκα πιο πίσω στην εκκλησία και δεν μίλησα σε κανέναν γνωστό. Ακολούθησα την πομπή προς το νεκροταφείο, επίσης διατηρώντας κάποια απόσταση. Όταν το μαυροφορεμένο πλήθος διαλύθηκε, με πλησίασε ο γιος του. Δεν είπε κουβέντα. Δεν απάντησα. Από την τσέπη του παντελονιού του έβγαλε κάτι μεταλλικό, ένα κλειδί –το αναγνώρισα από το σχήμα του – και μου το έβαλε βιαστικά στο χέρι. Ύστερα έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει. Έκλεισα σφιχτά τη χούφτα μου και πλησίασα στο φρεσκοσκαμμένο σημείο όπου μόλις είχε θαφτεί ο νεκρός. «Καλό ταξίδι,» ευχήθηκα χαμηλόφωνα ρίχνοντας λίγο χώμα επίσης «και καλή αντάμωση,» συμπλήρωσα. «Μην αργήσεις!» με παρακάλεσε το χώμα. «Μη φωνάζεις!» το μάλωσα.
Είχα κουραστεί και στην επιστροφή περπατούσα αργά. Ευτυχώς το σπίτι δεν ήταν μακριά, σε μισή ώρα θα ήμουν εκεί. Σε όλο το δρόμο αναλογιζόμουν το περιεχόμενο της χούφτας μου. Σκέφτηκα να το πετάξω, ή να το επιστρέψω, ή και να το φυλάξω για να αποφασίσω αργότερα τι θα έκανα μ’ αυτό. Αργότερα; Πόσο αργότερα είναι το αργότερα για μια γυναίκα ήδη στα 74; Όταν έφτασα στο σπίτι, έβγαλα τα παπούτσια μου – ο κάλος με είχε πεθάνει! – και τηλεφώνησα σε έναν γνωστό μου ταξιτζή για να τον «κλείσω» για το αμέσως επόμενο πρωί.
Η γειτονιά είχε αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, χωρίς ωστόσο να έχει χάσει πολύ από το χρώμα της. Τα στενά πεζοδρόμια, που στις κοιλιές τους ρίζωναν νεραντζιές κυρίως, αποτελούσαν το δομικό όριο ανάμεσα σε δύο αντίπαλους κόσμους: από μπροστά, μια πολύχρωμη αλυσίδα τροχοφόρων, φτιαγμένων για κίνηση μα καταδικασμένων σε ακινησία, ο ένας κρίκος της ακριβώς πίσω από τον άλλο σαν ένα μακρύτατο παρδαλό φίδι· πίσω από το πεζοδρόμιο, υψώνονταν διαδοχικά αγέλαστοι, στιβαροί όγκοι, κατασκευασμένοι να μένουν ακίνητοι, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, μερικοί να κομπάζουν για το μπόι τους κι άλλοι για τη δύναμή τους, τσιμεντένιοι γίγαντες, ευλογημένοι με μισάνοιχτα ή ορθάνοιχτα αλουμίνια βλέφαρα και τεράστια γυάλινα στόματα που συνεχώς κατάπιναν κι έφτυναν ανθρώπους. Κάπου-κάπου ανάμεσα στα πολυώροφα κτίρια αντιστέκονταν μερικές ταπεινές μονοκατοικίες που αποτελούσαν αντικείμενο χλεύης των πολυώροφων αποίκων της περιοχής, αλλά φυλάσσονταν ως κόρη οφθαλμού από τους ιδιοκτήτες τους, που επέμεναν να γεμίζουν τις αυλές τους με γλάστρες, να ασβεστώνουν τα πεζούλια και τους τοίχους κάθε τόσο, και να επιτρέπουν σε γάτες να λιάζονται δίπλα τους με τον απογευματινό τους καφέ.
Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα όταν το ταξί σταμάτησε μπροστά στον αριθμό 17, ήταν η ροδιά. Στη θέα της ανατρίχιασα. Η καρδιά μου σκίρτησε κι ένα ελαφρύ τρέμουλο άρχισε να πριονίζει τα γόνατά μου. Η γύμνια των κλαδιών της έκανε το κρύο πιο τσουχτερό και την αμφιβολία μου γι αυτή την επίσκεψη πιο έντονη. «Έγινε κάποιο λάθος;» με ρώτησε ο ταξιτζής «δεν είναι αυτό το σωστό σπίτι;» επέμεινε και αστραπιαία οι λέξεις λάθος και σωστό καρφώθηκαν στην καρδιά μου. Έγιναν πολλά λάθη, θέλησα να του απαντήσω, μα δεν τα έκανα όλα εγώ, αλλά ευτυχώς συγκρατήθηκα. Όχι, όλα ήταν εντάξει, τον διαβεβαίωσα. Τι του όφειλα; Καθυστερούσα όσο περισσότερο μπορούσα, τάχα για να βρω το ακριβές αντίτιμο για τη διαδρομή· στην πραγματικότητα ήθελα να κερδίσω χρόνο, να καταλάβω γιατί είχα έρθει ως εδώ. Θα μπορούσαμε να πάμε μια βόλτα για λίγο προτού με αφήσετε ξανά στο ίδιο σημείο; Έχω πολλά χρόνια να έρθω στην περιοχή και θα ήθελα να την θυμηθώ, σκέφτηκα ότι αυτή θα ήταν μια έξυπνη δικαιολογία για να αναβάλω προσωρινά την επίσκεψή μου. Δεν πρόλαβα να το ζητήσω γιατί ο ταξιτζής μόλις είχε αναλάβει την επόμενη κούρσα του μέσω του συστήματος ραδιοταξί και, μάλιστα, τώρα με κοιτούσε ανυπόμονα μέσα από τον καθρέφτη.
Και τότε ντράπηκα. Ντράπηκα για τη χαζή δικαιολογία με την οποία σκόπευα να ξεγελάσω τον ταξιτζή και τον εαυτό μου –εσένα δεν μπορούσα πια να σε ξεγελάσω – ντράπηκα για όλα τα λάθη, τα δικά μου και τα δικά σου, που έγιναν όλα αυτά τα 35 χρόνια που πέρασαν από πάνω μας κι έσβησαν το χρώμα στα μαλλιά μας προτού σβήσουν κι εσένα τον ίδιο, ντράπηκα για όσα λάθη επρόκειτο να γίνουν στα λίγα χρόνια που μου απέμεναν πριν σβήσω κι εγώ. Με χέρια που έτρεμαν έβγαλα ένα χαρτονόμισμα από το πορτοφόλι και είπα στον οδηγό να κρατήσει τα ρέστα καθώς άνοιγα βιαστικά την πίσω πόρτα του ταξί. Ο ταξιτζής με ευχαρίστησε και ευχήθηκε καλή συνέχεια. Τον αποχαιρέτησα με ένα ανόρεχτο «επίσης» κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου.
Η καγκελόπορτα κλαψούρισε από συγκίνηση καθώς με υποδεχόταν στην αυλή της, αλλά εγώ που την ήξερα καλά χρόνια πριν, κατάλαβα ότι προσπαθούσε να κρύψει τα γηρατειά της· προδόθηκε από το τρίξιμο των σκουριασμένων αρθρώσεών της. Χλωμή μού φάνηκε. Δεν ήταν κάτι σοβαρό, είπε. Κοίταξα κάτω, να βρω τις παλιές μου πατημασιές, να με αναγνωρίσει το τσιμέντο της αυλής, δεν ήμουν ξένη. Μερικά ξερά φύλλα έτριζαν κάτω από τα παπούτσια μου. Τα λιγοστά φυτά ψυχορραγούσαν. Ένα λάστιχο ποτίσματος ήταν κουλουριασμένο δίπλα στη βρύση, Ευκαιρία να ξεμουδιάσει, σκέφτηκα.
Χωρίς να το καταλάβω, είχα κερδίσει ένα μισάωρο ποτίζοντας και ξεφυλλίζοντας τα ταλαίπωρα λουλούδια. Οι συστάσεις και οι κουβέντες μεταξύ μας έγιναν χαμηλόφωνα, δεν είχα όρεξη να ακουστούμε στους διπλανούς, οι οποίοι σίγουρα θα είχαν μαζέψει πολλές ερωτήσεις να μου κάνουν. «Τι σε πειράζουν οι ερωτήσεις, μωρέ; Δε δαγκώνουν οι άνθρωποι!» με μάλωσε η ροδιά. «Τώρα πια μπορεί να σε έχουν ξεχάσει,» είπε. Οι μεγαλύτεροι πιθανά να έχουν ξεχαστεί και οι ίδιοι, σκέφτηκα και για να εξιλεωθώ για την πικρόχολη σκέψη βάλθηκα να τους θυμηθώ έναν-έναν.
Καθόμουν ήδη στη μία από τις δύο πολύ βρώμικες πλαστικές πολυθρόνες βάζοντας στην απέναντι τους παλιούς μου γείτονες. Το στρογγυλό σιδερένιο τραπέζι ανάμεσά μας, εξίσου βρώμικο όπως και οι καρέκλες, έφερε ακόμα το τραύμα από τη χάραξη μιας καρδιάς με τα αρχικά Σ και Τ μέσα της, όχι όμως και το τετράγωνο εμπριμέ –κάτω από το γκρι χρώμα της βρώμας του – καρεδάκι που ο αέρας είχε πετάξει στην άλλη άκρη της αυλής. Αγχώθηκα με τους γείτονες. Πώς λέγονταν; Και τι δουλειά έκαναν; Και τι να τους έλεγα; Και τι θα τους κερνούσα; Ντροπή, ούτε καφέ δεν είχα να τους φτιάξω. Κοίταζα τον καθένα τους βαθιά μέσα στα μάτια –δεν με κοίταξε κανείς. Περίμενα ότι θα με θυμηθούν εκείνοι, ότι θα σηκώνονταν από τη θέση τους να με αγκαλιάσουν –δεν με θυμήθηκε, ούτε με αγκάλιασε κανείς. Κι όταν οι παλιοί γείτονες έφυγαν όλοι -Μην τους ξεσυνερίζεσαι, μωρέ, έχουν κι αυτοί τα δικά τους, παρηγορήθηκα- στην απέναντι βρώμικη πλαστική καρέκλα κάθησε η Ησυχία και χόρτασε η αυλή από την παρουσία της. Μόνο αυτή με θυμήθηκε τελικά. Θρονιάστηκε απέναντί μου και φλυαρούσε ασταμάτητα με την τσιριχτή φωνή της. Φοβόμουν τους γείτονες, αλλά είχα υποτιμήσει την Ησυχία! Η μία ερώτηση μετά την άλλη, κι όλες οι ερωτήσεις να απαιτούν απαντήσεις: και πού ήμουν τόσα χρόνια, και τι είχε συμβεί, και γιατί είχα έρθει μόνη μου και τι σκόπευα να κάνω από ‘δω και μπρος!
Κι αφού θύμωσα με την Ησυχία και αγανάκτησα με τις ερωτήσεις της, ήθελα να την τιμωρήσω που με τάραξε και να την τρομάξω όπως με τρόμαζαν κι εμένα οι απαντήσεις που περίμενε· κι ήθελα να τη διώξω ακριβώς όπως με είχαν διώξει κι εμένα κάποιες άλλες ερωτήσεις χρόνια πριν. Σηκώθηκα και πήγα στη σκουριασμένη καγκελόπορτα και την ανοιγόκλεινα συνεχώς για να την κάνω να τρίζει. Και τα κατάφερα! Είδα την Ησυχία να τρελαίνεται από τα τριξίματα της καγκελόπορτας, να κλείνει τ’ αυτιά της με τα χέρια, να τρέχει σα δαιμονισμένη μακριά… Επιτέλους, την είχα ξεφορτωθεί!
Ευθύς αμέσως το μυαλό μου έπαψε να γυρεύει δικαιολογίες για περαιτέρω αναβολές και καθυστερήσεις και η δεξιά παλάμη μου βούτηξε στην τσάντα για να βρει το κλειδί. Γυρνώντας το στην κλειδαριά, μου έδινε περισσότερο την εντύπωση ότι εκκινούσα μια χρονομηχανή, παρά ότι ξεκλείδωνα μια απλή πόρτα. Ένα και μόνο βήμα μπροστά αρκούσε να με ταξιδέψει άμετρα χιλιόμετρα πίσω. Χαμογέλασα στην αντίθεση της συγκεκριμένης σκέψης αν και δεν τη βρήκα αστεία! Πάντα μου άρεσε να ταξιδεύω, όμως το «πίσω» δεν υπήρξε ποτέ, τουλάχιστον στα νιάτα μου, ο αγαπημένος μου προορισμός. Μπορεί τώρα που τα χρόνια έχουν περάσει και τα χιλιόμετρα που απομένουν να διανύσω είναι πολύ λιγότερα από ‘κείνα που έχω ήδη καλύψει, τώρα που είμαι πιο κοντά στο τέρμα, παρά στην αφετηρία, μπορεί τώρα να έχω ανάγκη να γυρίσω πίσω, να κερδίσω απόσταση και χρόνο, να πάρω παράταση, να ξεγελάσω το χρόνο, το τέλος. Παραδέξου το, τσίγκλησα τον εαυτό μου, είναι το τέλος αυτό που σε τρομάζει, και πείσμωσα να αποδείξω το αντίθετο.
Με την αλαζονεία στο βλέμμα ενός κατακτητή κι εκείνο το τρέμουλο που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από την ψυχή, βρέθηκα στη φθαρμένη αγκαλιά μιας άβολης ψευτοβελούδινης πολυθρόνας που έτρεξε να με προϋπαντήσει σαν με αντίκρισε στην πόρτα. Δεν ξέρω πόση ώρα είχα αντέξει να κάθομαι άπραγη –όχι πολλή, υποθέτω, διαφορετικά, η σκόνη θα είχε καλύψει κι εμένα όπως κάθε τι στο χώρο αυτό. Ανασήκωσα το πλεκτό σεμέν στο τραπεζάκι του σαλονιού μπροστά μου –μου φάνηκε αστείο το πώς η σκόνη διέγραφε το σχέδιο του πλεκτού στην επιφάνεια του τραπεζιού και, παρότι ήξερα ότι δεν θα ευθυμούσα πάντα, βάλθηκα σα σωστή ξεμωραμένη γριά να μετακινώ τα αντικείμενα για να απελευθερώσω τις αναμνήσεις που είχαν θαφτεί κάτω από τη σκόνη.
Στην αθέατη πλευρά του μεσαίου μαξιλαριού του τριθέσιου καναπέ υπήρχε ακόμα εκείνο το σκίσιμο που μας είχε αναγκάσει να γυρίσουμε το μαξιλάρι ανάποδα –δεν έδειχνε άσχημο, είχες πει. Βαθιά στο πάνω αριστερό ράφι του σκρίνιου κρυβόταν ένα ξύλινο καραβάκι στην πλώρη του οποίου ήταν χαραγμένα ένα Σ κι ένα Τ. Στη βιβλιοθήκη τα βιβλία μού φάνηκαν λιγότερα από παλιά. Τι να είχαν απογίνει εκείνα τα πυκνοκατοικημένα ράφια που μερικά βράδια, όταν είχε ησυχία, ακούγονταν να βογκάνε από το βάρος που σήκωναν; Λες να μη φαίνονταν θαμμένα στην τόση σκόνη; Το σαλόνι χρειαζόταν φως και αέρα. Τράβηξα τις κουρτίνες και άνοιξα διάπλατα τη μπαλκονόπορτα. Η θερμοκρασία του δωματίου υποχώρησε αρκετά, αλλά, σε πείσμα του Γενάρη, θα ζέσταινα το σαλόνι με μουσική.
Ανάμεσα στα CDs τα τακτοποιημένα σε στήλη, εντόπισα εκείνο που τελείωνε με το τραγούδι μας και, αδιαφορώντας για την ένταση ή το ενδεχόμενο να ενοχλήσω τους γείτονες, το άφησα να με παρασύρει στη μελωδία του –τα πόδια μου ήδη έκαναν μερικά βήματα. Δεν καλοθυμόμουν τους στίχους, όμως τραγουδούσα δυνατά με μερικά φάλτσα «λα λα λα» κάπου-κάπου στη θέση των ξεχασμένων λέξεων. Στην αντανάκλασή μου στο τζάμι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας είδα τον εαυτό μου να γελάει –μου άρεσα όπως γελούσα· σου άρεσα επειδή γελούσα -πάντα έλεγες ότι όταν γελούσα, φώτιζε ο χώρος γύρω μου.
Έστρεψα τα μάτια μου στη γωνία του σαλονιού, εκεί που βρισκόταν το τζάκι. Στο ράφι του υπήρχαν ακόμα μερικές φωτογραφίες. Κοίταξα για μια συγκεκριμένη που είχαμε βγάλει στο Λυκαβηττό έναν παλιότερο Γενάρη. Σου είχα ζητήσει να τη διαγράψεις επειδή με είχες πετύχει με μάτια κλειστά –διαφωνούσες: «το φως του ήλιου συναντάει το εσωτερικό σου φως,» μου εξήγησες «και τα κλειστά μάτια δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα». Τόσο πολύ αγάπησες αυτή τη φωτογραφία, που την είχες πάντα στο κέντρο στο ράφι, αλλά, όπως όλα έδειχναν, τίποτα δεν μένει ίδιο και η φωτογραφία έχασε το θρόνο της στο ράφι, όπως κι εγώ είχα χάσει το δικό μου στην καρδιά σου.
Σε μια άλλη αντανάκλασή μου, στο τζάμι της κορνίζας μιας άλλης φωτογραφίας, είδα ένα σκοτεινό είδωλο, το είδωλό μου, κι ένα αγέλαστο τώρα πρόσωπο, το πρόσωπό μου. Το CD τέλειωσε και στο δωμάτιο απλώθηκε ησυχία –πάλι ησυχία; Μόνο η κουρτίνα φούσκωνε και ξεφούσκωνε στο φύσημα του αέρα αναδεύοντας τη σκόνη στο χώρο –πάλι σκόνη; Οι αναμνήσεις επέστρεφαν μία-μία στις σκονισμένες κρυψώνες τους, ίσως έπρεπε να επιστρέψω κι εγώ στη δική μου. Βεβαιώθηκα ότι έκλεισα καλά τη μπαλκονόπορτα και ότι το CD μπήκε στη σωστή θήκη και στην ίδια ακριβώς θέση όπου το είχα βρει –ποτέ δεν κατάλαβα την τόση ιδιοτροπία σου!
Η διαδρομή πίσω στο σπίτι θα μου έπαιρνε αρκετή ώρα και προτίμησα να επισκεφτώ την τουαλέτα πριν φύγω. Περνώντας από την κρεβατοκάμαρα, διέκρινα ένα γλυκό φως που απλωνόταν στο δωμάτιο –ανησύχησα, μήπως είχε μείνει καμιά μπαλκονόπορτα ανοιχτή;
Το κρεβάτι ήταν στρωμένο με μια μπεζ ακρυλική κουβέρτα, στην άκρη του κρεβατιού οι παντόφλες σου –μάταια σε περίμεναν. Στις πλευρές της σιφινιέρας έπεφταν οι άκρες ενός κεντητού σεμέν, ενώ το μεσαίο φύλλο της ντουλάπας έχασκε ελαφρώς. Στο αριστερό κομοδίνο ένα βιβλίο αφημένο μπρούμυτα, με τα σκέλια του ορθάνοιχτα –επίτηδες το έκανες για να με νευριάσεις! Στο δεξί κομοδίνο κάτι έφεγγε, πλησίασα για να δω καλύτερα και… θεέ μου, μια κορνίζα, μα πού την ήξερα αυτή την κορνίζα; Δεν έβλεπα και τόσο καλά, πώς είχαν θολώσει τα μάτια μου έτσι ξαφνικά; Διέκρινα μια γυναίκα στη φωτογραφία, μια γυναίκα με τα μάτια κλειστά… υπήρχε τόσο φως σ’ αυτή τη φωτογραφία που με τύφλωνε, λες γι αυτό να έκλεισε τα μάτια της κι εκείνη η γυναίκα; Λίγο-λίγο γινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να δω, μέχρι που κάποια στιγμή έχασα τελείως το φως μου, χάθηκα στο σκοτάδι. Μάταια σε γύρευα «Πού είσαι, Φως μου; Γιατί με άφησες, Φως μου;»



Έργο: Φλώρα Ρουμπάνη

Σχολιάστε υπεύθυνα: