[Με τα ίδια παπούτσια], της Βάσως Καψώνα

[Με τα ίδια παπούτσια], της Βάσως Καψώνα

  •  
  •  




Το στενάκι της οδού Απόλλωνος διόλου δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα στενάκια του κόσμου. Συνήθως, τα στενά δρομάκια απλώνουν τα πολύ μακριά, πολύ αδύνατα χέρια τους για να καλέσουν τους κατοίκους της στενότητάς τους κοντά, προσφέροντάς τους την αίσθηση του ανήκειν σε αντάλλαγμα για ένα κτητικό –και συνάμα στοργικό- «μας» που υιοθετείται απ’ αυτούς (ο δρόμος μας, το σοκάκι μας, το στενό μας), κάτι σαν αναγνωριστική κάρτα μέλους, όπως αυτές που οι υπάλληλοι ορισμένων εταιρειών φέρουν εξωτερικά στο αριστερό τσεπάκι από το πουκάμισό τους, ένας τρόπος σύνδεσης μεταξύ τους και διαχωρισμού τους από τους συναλλασσόμενους μαζί τους. Αλλά το στενάκι της Απόλλωνος, παρά την ισχυρή θέληση που το διέκρινε και τις ακάματες προσπάθειες που συνεχώς κατέβαλε, με τη συνδρομή, μάλιστα, των περισσότερων γειτόνων και από τις δύο πλευρές του, τελικά δεν κατάφερε να κλείσει στην αγκαλιά του όλους τους διαμένοντες στη στενούρα του και να τους ενώσει υπό την κτητικότητα και τη στοργή ενός ακόμα «μας» όπως συνέβαινε με όλα τα φυσιολογικά στενάκια. Αντιθέτως, το στενάκι της Απόλλωνος, ανήμπορο να παίξει τον ενωτικό ρόλο των αδερφών του ως το κοινό σημείο αναφοράς των κατοίκων της περιοχής, κατέφυγε στο να αποτελεί τη διασπαστική συνοριακή γραμμή μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών κόσμων: τον κόσμο των ντόπιων και αυτόν του κυρίου Γιουτζήν, ο οποίος στα μάτια των ιθαγενών έφερε πλήρως και αποκλειστικώς την ευθύνη για την αποτυχία της ένταξής του στο κτητικό, μεν, στοργικό, δε, «μας» της Απόλλωνος.
Ο κύριος Γιουτζήν δεν ήταν κακός· ούτε χειρότερος από τους γείτονές του και, προς τιμήν τους, κανείς ποτέ δεν τον χαρακτήρισε ως τέτοιο. Εγκαταστάθηκε στη γειτονιά περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν ένα φορτηγό μιας Αθηναϊκής μεταφορικής εταιρείας ξέρασε το φορτίο επίπλων και χαρτόκουτων που βάραινε το στομάχι του στο άδειο σαλόνι στο ισόγειο μιας παλιάς ακατοίκητης μονοκατοικίας, η οποία, προφανώς, είχε αλλάξει χέρια έχοντας ελαφρύνει τον τραπεζικό λογαριασμό του καινούριου ιδιοκτήτη κατά λίγες δεκάδες χιλιάδες ευρώ, ποσό σχετικά μικρό για την απόκτηση μιας κατοικίας, αλλά, ταυτόχρονα, σχετικά μεγάλο για την απόκτηση της συγκεκριμένης μονοκατοικίας, που σίγουρα θα προσφέρθηκε να ελαφρύνει ακόμα περισσότερο τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό προκειμένου να σουλουπωθεί εκ νέου σε κατοικήσιμο χώρο. Για δύο μήνες διάφοροι τεχνίτες κι εργάτες μπαινόβγαιναν στην αραχνιασμένη παλιά κατοικία ξεστοιχειώνοντάς την από προηγούμενες φθορές –και ζωές- υπό το αυστηρότατο βλέμμα του επιβλέποντος αρχιτέκτονα και τα περίεργα βλέμματα των περιοίκων, που επέβλεπαν τον επιβλέποντα πίσω από μισοτραβηγμένες κουρτίνες, μέχρι που μια μέρα η μονοκατοικία, επιτέλους, ξύπνησε, πλύθηκε και στολίστηκε για να υποδεχτεί τον νέο κύριό της: ο κύριος Γιουτζήν, έχοντας πρόσφατα συνταξιοδοτηθεί μετά από σαραντάχρονη ιεραρχική αναρρίχηση ως μία από τις ψηλότερες κορυφές της χρηματιστηριακής οροσειράς της Αμερικής, με τη σφοδρή επιθυμία να αποσυρθεί για το υπόλοιπο της ζωής του σε έναν ήσυχο και, σε κάθε περίπτωση, πρασινότερο, από τον Νεοϋορκέζικο, παράδεισο –ενθυμούμενος τις μακρινές πατρογονικές του ρίζες στην Ελλάδα, αφού πούλησε ή χάρισε σχεδόν ό,τι είχε και δεν είχε στην παλιά του πατρίδα κι έμαθε κουτσά-στραβά όσα Ελληνικά προλάβαινε –τα απαραίτητα, για τον πρώτο καιρό, τα υπόλοιπα θα τα μάθαινε στην πορεία- έσφιξε, κρύβοντας επιμελώς μερικά απείθαρχα δάκρυα που επέμεναν να ξεφεύγουν από τις κρυψώνες τους, τους φίλους του στην αγκαλιά του για τελευταία φορά –Στην ηλικία τους, σκέφτηκε, θα ήταν μάλλον αστείο να ευχηθούν «εις το επανειδείν»- και πέντε εικοσιτετράωρα αργότερα κατέφθασε στο καινούριο του σπίτι με το αυτοκίνητό του, ένα μεταχειρισμένο, αλλά σε άριστη κατάσταση μεσαίας κατηγορίας που αγόρασε αμέσως μόλις έφτασε στην Αθήνα και με το οποίο περιηγήθηκε ως τουρίστας στην καινούρια του πρωτεύουσα και σε κοντινά μέρη προτού εγκατασταθεί στην μεγάλη επαρχιακή πόλη όπου ετοιμαζόταν η νέα του ζωή την οποία αντίκρισε για πρώτη φορά λίγο πριν οι μεταφορείς τελειώσουν τη δουλειά τους, δουλειά που είχε προκαταβολικά πληρωθεί, και με το παραπάνω, κατά τη συνήθεια του κυρίου Γιουτζήν, ο οποίος αφού ευχαρίστησε το προσωπικό της μεταφορικής εταιρείας για τις υπηρεσίες τους και τους αποχαιρέτησε κλείνοντας την πόρτα του, επιτέλους, στην πλάτη τους, έπεσε κατάκοπος στον καναπέ να πάρει έναν υπνάκο, χωρίς να ενοχλείται από το προστατευτικό διάφανο πλαστικό κάλυμμα που έτριζε σε κάθε κίνησή του, ή από την ακαταστασία στο χώρο από τις στοίβες των χαρτόκουτων όπως ακατάστατα είχαν αφεθεί στο σαλόνι –Τελικά, σκέφτηκε ο κύριος Γιουτζήν λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, δεν έπρεπε να δώσω τόσα πολλά χρήματα στους μεταφορείς.
Την πρώτη του σιέστα διέκοψαν κάθε τόσο κορναρίσματα αυτοκινήτων και το επίμονο γάβγισμα ενός σκύλου από ένα μπαλκόνι κάποιας πολυκατοικίας απέναντι. Στα επόμενα μεσημεριάτικα διαλείμματα προστίθεντο και θόρυβοι από χειρώνακτες εργάτες και διάλογοι που διαμείβονταν μεταξύ αγαπημένων φίλων ή αγανακτισμένων συμπολιτών –όλως περιέργως, το επίπεδο θορύβου ήταν το ίδιο σε κάθε περίσταση. Ο κύριος Γιουτζήν χρειάστηκε κανα δυο μόνο εβδομάδες μέχρι να συνηθίσει τους θορύβους της καινούριας του γειτονιάς, αν και ποτέ δεν κατάφερε να συνηθίσει τους ανθρώπους που παρήγαγαν τους συγκεκριμένους θορύβους· κι από την πλευρά τους, οι γείτονές του χρειάστηκαν περίπου δεκαπέντε χρόνια για να μην καταφέρουν να συνηθίσουν τον κύριο Γιουτζήν και την ησυχία του. Όπως είπαμε, ο κύριος Γιουτζήν δεν ήταν κακός, ήταν όμως φανερό ότι ήταν πολύ διαφορετικός από τους τριγύρω του και ότι δεν ενδιαφερόταν να «συμμορφωθεί».
Έδειχνε πάντα φροντισμένος, ντυμένος όχι με λουσάτα, αλλά με καλόγουστα, καθαρά ρούχα σε ωραίους χρωματικούς συνδυασμούς που ξέφευγαν από τα μονότονα, τα βαρετά καφέ ή γκρι κοστούμια των συνομηλίκων του, οι οποίοι όφειλαν το χρώμα και το άρωμα των ρούχων τους στην οικιακή τηγανίλα και στην τσιγαρίλα των καφενείων όπου σπαταλούσαν το χρόνο τους κατά θορυβώδεις παρέες, παίζοντας φασαριόζικα παιχνίδια, ή προκαλώντας σαματά καθώς λογομαχούσαν -και ιδροκοπούσαν- να επιβάλουν το δίκιο τους. Ο κύριος Γιουτζήν περνούσε από τα καφενεία αραιά και πού, και οι επισκέψεις του στους συγκεκριμένους χώρους ήταν πάντα μικρής διάρκειας, ίσα-ίσα για έναν καφέ και λίγες καθημερινές κουβέντες. Δεν ήταν αντικοινωνικός, όπως συχνά τον χαρακτήριζαν οι τακτικοί θαμώνες όταν εκείνος αποχωρούσε, αντίθετα, του άρεσε να γνωρίζει ανθρώπους και, με τον ήπιο χαρακτήρα του και τη γλυκύτητα στη συμπεριφορά του, τόσο εύκολα έκανε καινούριους φίλους, όσο δύσκολα τους κρατούσε, αλλά μέχρι να φτάσουν να αποφεύγουν οι μεν τον δε (ή το αντίστροφο), πολλοί γείτονες ή καινούριες παρέες από άλλες περιοχές είχαν προσκληθεί στο σαλόνι του, ή τον είχαν προσκαλέσει στο δικό τους, αν και οι μοναχικές βραδιές με ένα ποτήρι κρασί κι ένα καλό βιβλίο ήταν περισσότερες από τις παρεΐστικες και συχνά αποτελούσαν την προτιμότερη επιλογή μετά από έναν αναζωογονητικό περίπατο στην τριγύρω εξοχή, ή μια πιο μακρινή, κυρίως Σαββατιάτικη βόλτα με το αυτοκίνητο μέχρι την κοντινότερη θάλασσα –προς απογοήτευση των γειτόνων του που έβλεπαν να απορρίπτεται σχεδόν κάθε νέα πρόσκλησή τους για τη μπανάλ Σαββατιανή τρικούβερτη σαρκοφαγία στην διπλανή ταβέρνα. Ο κύριος Γιουτζήν λάτρευε τη φύση και της χάριζε πολύ από τον χρόνο του. Συχνά, επίσης, ταξίδευε· με αφορμή, για παράδειγμα, μια έκθεση βιβλίου, ένα παραδοσιακό φεστιβάλ, μια θεατρική παράσταση ή μια συναυλία, σιγά-σιγά κατάφερε να έχει επισκεφτεί περισσότερα μέρη της νέας του πατρίδας απ’ ό,τι οι ντόπιοι κάτοικοι και, παρότι πάντα επέστρεφε στο σπίτι του, καμιά φορά φέρνοντας μαζί του κι ένα καινούριο αντικείμενο – συνήθως κανα μπιχλιμπίδι που χρησίμευε για τη διακόσμηση του καλόγουστου σαλονιού του – γινόταν ολοένα και πιο φανερό ότι απομακρυνόταν από τους συντοπίτες του κάθε φορά και περισσότερο.
Με τον καιρό, η απόσταση ανάμεσα στους ντόπιους και τον κύριο Γιουτζήν μετατράπηκε σε χάσμα, ιδίως όταν στο σπίτι του τελευταίου άρχισαν να φιλοξενούνται επισκέπτες για λίγες μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο κύριος Γιουτζήν εξαφανιζόταν, λες, από προσώπου γης, μετριάζοντας τον πρότερο ενθουσιασμό των γειτόνων του, των μεν ανδρών επειδή εκείνος δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για τους ίδιους και τις ζωές τους, των δε γυναικών, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Τότε ήταν που άρχισαν οι κουβέντες, το σούσουρο, οι φήμες, οι υπαινιγμοί. Με κάθε αφορμή, αλλά και χωρίς να χρειάζονται μια τέτοια, οι γείτονες μιλούσαν, ή μάλλον κρυφομιλούσαν, αφού όσα έλεγαν, παρότι αφορούσαν τον κύριο Γιουτζήν, τα έλεγαν ερήμην του, οι μεν άντρες στο καφενείο γύρω από το φλιτζάνι που έφερε ακόμα τα δαχτυλικά αποτυπώματά του και στο οποίο το κατακάθι του καφέ δεν είχε προλάβει να ξεραθεί, οι δε γυναίκες, κυρίως στα σπίτια, πίσω από τις ίδιες ντεμοντέ μισοτραβηγμένες κουρτίνες που μόνο που δεν είχαν τρυπήσει από τις διαπεραστικές ματιές που έριχναν οι φαρμακόγλωσσες, σχολιάζοντας τα πάντα αδιακρίτως σχετικά μ’ εκείνον.
Μεταξύ των θαμώνων στο καφενείο, κάποιοι δυσφορούσαν με το συγκρατημένο ταμπεραμέντο και τους ευγενικούς τρόπους του κυρίου Γιουτζήν, μπαφιασμένοι με το πλήθος των «ευχαριστώ» και των «παρακαλώ» που ξεστόμιζε όταν η περίσταση το απαιτούσε (συχνά, κατά την άποψή του –σχεδόν ποτέ, αν ρωτούσες τους ντόπιους) και καμιά φορά το παρατραβούσαν και αναπαρήγαγαν τους διαλόγους που είχαν νωρίτερα μαζί του, υποδυόμενοι το ρόλο του ως την καρικατούρα ενός λόρδου ευγενή, διατηρώντας την πλάτη τους άκαμπτη, ολόισια, και τη σνομπίστικη μύτη τους ψηλά, συχνά απευθυνόμενοι ακόμα και στους σερβιτόρους με τον τρόπο που ένας αριστοκράτης θα μιλούσε στο μπάτλερ του, για να εισπράξουν πνιχτά γέλια και αποδοκιμαστικά σχόλια από τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου, οι πιο «γραμματιζούμενοι» εκ των οποίων αρκούνταν να αμύνονται υπέρ των ρ που πνίγονταν στη λαρυγγική καταβόθρα του Αμερικάνου (η καταγωγή του κυρίου Γιουτζήν έτεινε να αντικαταστήσει το πραγματικό του όνομα) και να θρηνούν για κάθε «Καλημέρα» που είχε υποβιβαστεί σε «Καλημέ’α».
Από την άλλη, οι γυναίκες στις κουζίνες τους αηδίαζαν με τα νερόβραστα φαγητά του κυρίου Γιουτζήν, τα οποία έβρισκαν πιο άνοστα και από τα ανάλατα αστεία του, που καμιά σχέση δεν είχαν με τις πνευματώδεις χοντροκοπιές των συζύγων τους με τις οποίες οι τελευταίοι συνήθιζαν να τις προσβάλλουν, καμαρώνοντας κιόλας για ό,τι ονόμαζαν «αίσθηση του χιούμορ». Οι κυρίες της αυλής κορόιδευαν τον κύριο Γιουτζήν ακόμα και για τα σικάτα ρούχα του, από τα οποία τις άυπνες νύχτες φαντασιώνονταν ότι τον έγδυναν όσο οι παρτσακλοί σύζυγοί τους ροχάλιζαν δίπλα τους φορώντας τις γεροντίστικες καφέ και γκρι πυτζάμες τους.
Χωρίς κανείς να το καταλάβει, στη γειτονιά είχε θρονιαστεί μια βαριά, τετράπαχη Δυσπιστία με ευτραφείς γλουτούς και αφράτα κρεατωμένα μπράτσα κι από τις ρωγμές στην άσφαλτο της Απόλλωνος ξεφύτρωναν κάθε τόσο καινούρια ερωτηματικά, σε σχέση, κυρίως, με τον πατρογονικό, αλλά και το σύγχρονο κύκλο γνωριμιών του κυρίου Γιουτζήν. Για παράδειγμα, κανείς από τους ντόπιους δεν θυμόταν τον προπάππο του Αμερικάνου, που τάχα καταγόταν από τα μέρη τους, ούτε είχαν μάθει πολλά αυτά τα χρόνια για την οικογένειά του, εκτός από το γεγονός ότι ο κύριος Γιουτζήν είχε αφήσει πίσω του μια δίδυμη αδερφή για την οποία είχε αναγκαστεί, όχι εύκολα, να μιλήσει μία και μοναδική φορά, όταν μερικοί γείτονες, προσκεκλημένοι του ένα βράδυ για κρασάκι και κουβεντούλα, παρατήρησαν στο σαλόνι του μια μεγάλη φωτογραφία μιας γυναίκας («παρασούσουμη αντρογυναίκα, φτυστή ο Γιουτζήν!» την είχαν περιγράψει αργότερα στις γυναίκες τους), η οποία φορούσε ένα προκλητικό μίνι φόρεμα (που, αντιστοίχως, είχε περιγραφεί ως «κουτσοκομπινεζόν») και κατακόκκινες ψηλοτάκουνες γόβες (η ακριβής χρωματική περιγραφή των οποίων είχε επιτευχθεί χάρη στο συσχετισμό της συγκεκριμένης απόχρωσης με μια κατάπτυστη μεν, λίαν προσοδοφόρα δε, γυναικεία επαγγελματική δραστηριότητα· εκείνο το βράδυ, στο άκουσμα της περιγραφής, οι γυναίκες κοκκίνισαν –από ντροπή, υποψιάστηκαν οι σύζυγοι).
Αλλά το πιο μελανό, το πιο επαχθές, το πιο αχώνευτο πράγμα πάνω, ή μάλλον τριγύρω, στον κύριο Γιουτζήν, αυτό που σαν ενοχλητικό κουνούπι ζουζούνιζε κάθε τόσο στ’ αυτιά των γειτόνων και δεν τους άφηνε στιγμή να ησυχάσουν, αυτό που κατά καιρούς τους ρουφούσε το αίμα, αντλώντας μαζί και τα προσχήματα, αυτό που τους προκαλούσε τόσο έντονη φαγούρα που οι ταλαίπωροι δεν μπορούσαν παρά να ξύνονται μέχρι που να ματώσει ο πρησμένος τους επαρχιωτισμός, ήταν οι επισκέψεις -των λεγάμενων- που δεχόταν ο κύριος Γιουτζήν και τα δρώμενα που εκτυλίσσονταν στη μονοκατοικία της Απόλλωνος πίσω από τις τραβηγμένες χοντρές κουρτίνες, τις απρόσβλητες από τα αδιάκριτα βλέμματα και την οργιάζουσα φαντασία των περιοίκων –ο κύριος Γιουτζήν ήταν αρκετά οξυδερκής για να αντιλαμβάνεται την αμηχανία ή τη στενομυαλιά των γειτόνων του, τους οποίους όμως πραγματικά συμπαθούσε και καμία πρόθεση δεν είχε να τους αναστατώσει, γι αυτό και συνέχιζε να τους συναντά καμιά φορά στα σαλόνια τους, αραιά και πού στο καφενείο, σπανιότερα στην ταβέρνα, όπως συνέχιζε και τους εξοχικούς περιπάτους, και τα ταξίδια του, και τις μοναχικές ή τις συντροφικές βραδιές στο σπίτι του. Το στενάκι της Απόλλωνος με τον καιρό είχε μετατραπεί σε μονομερές θέατρο σκιών –κάθε παράθυρο και κουρτίνα, κάθε κουρτίνα και μπερντές, κάθε μπερντές κι ένας καραγκιόζης καραγκιοζοπαίχτης- με καθημερινές παραστάσεις κεκλεισμένων των θυρών· αλίμονο! έξω, δεν υπήρχε Καραγκιόζης, ούτε μπερντές, δεν υπήρχε θέατρο, δεν υπήρχαν σκιές.
Η αυλαία έπεσε πολύ νωρίς ένα πρωί όταν, στην ησυχία ακόμα της πόλης που κοιμόταν, οι πιο κοντινοί γείτονες αντιλήφθηκαν κάποιον να θρηνεί απέναντί τους· στη μονοκατοικία του κυρίου Γιουτζήν ένας νεότερος, αλλά όχι νέος, άντρας με υγρά μάτια τούς οδήγησε στο σαλόνι όπου από στιγμή σε στιγμή θα στηνόταν το φέρετρο με το λείψανο του Απόλλωνά του, που ακόμα δεχόταν τις περιποιήσεις που αρμόζουν σε όσους ατυχώς βρίσκονται στη θέση αυτή. Ο άγνωστος ήταν ευγνώμων, είπε, σε όσους μαζεύτηκαν, που πρόστρεξαν σε βοήθειά του. Όταν, για λίγο, σταματούσε να κλαίει, διαβεβαίωνε τους παριστάμενους για την αγάπη που έτρεφε γι αυτούς ο κύριος Γιουτζήν, πάντα μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τους γείτονές του, έλεγε ο ξένος, και τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα ξανά, και το σαλόνι γέμιζε με ολοένα και περισσότερους σκουρόχρωμα ντυμένους άντρες και μαυροφορεμένες γυναίκες. Ύστερα ήρθε και ο κύριος Γιουτζήν. Δεν έδειχνε να είχε υποφέρει, η όψη του ήταν γαλήνια, στο πρόσωπό του ένα αδιόρατο χαμόγελο· ίσως και να κρυφογελούσε κάτω από τα πεθαμένα μουστάκια του βλέποντας τη σύγχυση στα μάτια των γειτόνων του στο θέαμά του: ο κύριος Γιουτζήν είχε ζητήσει να θαφτεί μ’ εκείνο το προκλητικό μίνι φόρεμα της φωτογραφίας και με τα ίδια κατακόκκινα ψηλοτάκουνα παπούτσια…



Έργο: Milan Rubio

Σχολιάστε υπεύθυνα: