[10 μέρες ζωής] της Χριστίνας Αγγελίδη

[10 μέρες ζωής] της Χριστίνας Αγγελίδη

  •  
  •  




Από το συλλογικό εγχείρημα συγγραφής ιστοριών με θέμα “Δέκα Μέρες Ζωής” από διαφορετικούς συγγραφείς.

Το μέλλον είναι συνήθως αβέβαιο.Το τέλος όμως είναι πάντα πολύ κοντά. Πλησιάζει. Άλλοτε διστακτικά και άλλοτε σαν σίφουνας παρασέρνοντας τα πάντα στο πέρασμά του. Τ’αλλάζει όλα,εκτός από κάτι που μένει πάντα βαθιά ριζωμένο μέσα μας. Ξόδεψα σχεδόν όλο μου το χρόνο και τώρα κάνει κι αυτός ακριβώς το ίδιο μ’εμένα. Είναι σα να μ’εκδικείται. Ίσως τελικά να μην τον διαχειρίστηκα σωστά. Μου χαρίστηκε απλόχερα και εγώ τον σκόρπισα χωρίς σύνεση.

Τώρα ξέρω πως έχω μόνο δέκα μέρες ζωής. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Για την ακρίβεια δεν τον φοβήθηκα ποτέ. Κατά ένα περίεργο τρόπο πάντα ένιωθα πως η επίδρασή του πάνω μου θα ήταν λυτρωτική. Ήταν πολλές οι φορές που τον επικαλέστηκα για να μ’ανακουφίσει από τον πόνο της απώλειας και του αναπόφευκτου. Ίσως κάτι δικό μου εδώ και καιρό να λαχταρούσε αυτό το χαμό.

Νομίζω πως έχω κάθε δικαίωμα να καυχιέμαι πως δεν φοβάμαι τον θάνατο, γιατί είχα την ευκαιρία σ’αυτό το λίγο της ζωής που έζησα να δοκιμάσω τον ατυχή έρωτα. Κατάφερα να αποδείξω πως ένα και ένα τελικά μπορεί να κάνει ένα και όχι δύο. Όσο τραγικό κι αν ακούγεται, αυτό είναι που με κάνει να θέλω να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο και να τον εκμεταλευτώ με κάθε τρόπο. Πρέπει όμως να βιαστώ γιατί κυλά τόσο γρήγορα όσο τα δάκρυα στα μάτια μου τώρα που βλέπω πως όλα τελειώνουν.

Για πολλούς συνήθως λειτουργεί ευεργετικά. Δεν ξέρω αν θα συμβεί το ίδιο και μ’εμένα. Θέλω πιο πολύ από ποτέ να τον κάνω σύμμαχό μου. Τι λες ;Θα με βοηθήσεις; Πάντα εμφανιζόσουν την κατάλληλη στιγμή με έναν μαγικό τρόπο. Ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι. Άραγε θα κάνεις το ίδιο και τώρα;

Ξέρω πως κάθε στιγμή της ζωής που δεν έζησα είναι δύσκολο να κερδηθεί. Και αυτό είναι ένα μεγάλο αγκάθι. Πάντα ένιωθα πως ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος μου. Ούτε αυτός, ούτε και η τύχη. Έβαζα όμως τα δυνατά μου για να καλλιεργήσω αυτή την ψευδαίσθηση. Νόμιζα πως θα βοηθούσε. Ίσως να έκανα λάθος.

Αν όμως ο χρόνος είναι όντως ο επανορθωτής των σφαλμάτων; Ίσως τότε αυτές οι δέκα μέρες να είναι και η σωτηρία μου. Ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να βρω τον εαυτό μου. Αυτόν που κάπου, κάποτε έχασα ή θυσίασα για λίγες στιγμές. Δεν ξέρω κατά πόσο είμαι έτοιμη για κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω αν μπορώ, μα πιο πολύ δεν ξέρω αν θέλω. Κι αυτό γιατί όσο αγάπησα εσένα, αγάπησα κι αυτό που ήμουν μαζί σου.

Είναι όμως καιρός να δεχθώ τις ήττες μου με το κεφάλι ψηλά και να αρχίσω να διαμορφώνω την ζωή μου στο σήμερα, γιατί το έδαφος του αύριο είναι τόσο σαθρό που δεν μπορείς να στηρίξεις πάνω του όνειρα και ελπίδες. Είναι καιρός να πατήσω γερά στα πόδια μου και να αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό πως μπορώ να αντέξω την ιδέα της απώλειας, πως έχω τη δύναμη να διεκδικήσω όλα όσα φοβόμουν μέχρι τώρα και πως πραγματικά αξίζει να το προσπαθήσω.

Αν φοβάμαι κάτι, σκεπτόμενη τον χρόνο που έχει ξεκινήσει να μετρά αντίστροφα πια, είναι μήπως ο θάνατος μαζί μ’ εμένα πάρει και τις αναμνήσεις μου. Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχω και πρέπει με κάθε τρόπο να τις περισώσω. Μπορώ να κλείσω τα μάτια στην πραγματικότητα, όχι όμως και σ’αυτές. Γιατί αν τις χάσω, θα χάσω και κάθε ψήγμα ελπίδας που μου έχει απομείνει.

Δεν νομίζω πως την δεδομένη στιγμή θα μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτήν. Η ελπίδα μιας επιστροφής αόριστης είναι το μαρτύριό μου εδώ και καιρό. Αυτή η αβεβαιότητα της προσμονής έχει αρχίσει σιγά σιγά να γίνεται απελπισία και η απελπισία βεβαιότητα. Kαι γι’ αυτό σε ευχαριστώ. Οξύμωρο το ξέρω. Αλλά αν η επίδρασή σου πάνω μου δεν ήταν τόσο καταστροφική, θα συνέχιζα να ζω εγκλωβισμένη στην μετριότητα. Είναι μεγάλο δώρο ο πόνος. Άλλωστε τα μεγαλύτερα πράγματα στην ζωή μετά από πόνο κατακτιούνται.

Λένε πως ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού. Δεν είναι όμως καιρός για δισταγμούς. Έτσι,θα διαλέξω το θαυμαστικό για να συνοδεύει κάθε στιγμή της ζωής που μου απομένει. Θέλω αυτές τις δέκα μέρες να αφιερωθώ σε όλα αυτά που αγάπησα. Να τα χορτάσω και να νιώσω γεμάτη μετά από καιρό.

Δέκα μέρες ζωής μαζί σου μοιάζουν μ’ όνειρο. Καθένας όμως έχει το δικαιώμα να ονειρεύεται. Γιατί όχι κι εγώ;

Είναι φορές που δεν τολμώ καν να φανταστώ πως θα ‘θελα να ναι αυτές οι δέκα μέρες. Ίσως γιατί φοβάμαι πως αν τις ονειρευτώ, η πραγματικότητα θα μου τις στερήσει. Όταν όμως τα περιθώρια είναι πλέον τόσο στενά, είναι λυτρωτικό κανείς να τολμά. Το μόνο που θα ‘θελα, θα ‘ταν να σε νιώσω κοντά μου. Αυτή την φορά όμως σαν φυσική παρουσία και όχι σαν γέννημα του μυαλού. Να μοιραστείς μαζί μου στιγμές της καθημερινότητας σου, τις αγωνίες, τα άγχη τους φόβους αλλά και τις χαρές, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες σου. Να μου δώσεις δύναμη και κίνητρο να προσπαθήσω. Πάντα αυτό έκανες. Με έσωζες από το σκοτάδι μου. Ήσουν κάτι σαν μια ανώτερη δύναμη. Γιατί να μην αναλάβεις και τώρα αυτό το ρόλο; Τώρα που σ’ έχω ανάγκη πιο πολύ από ποτέ;

Όταν πια ξέρεις πως το τέλος πλησιάζει, θες να τα ζήσεις όλα στο έπακρο. Με ένταση. Να ρουφήξεις κάθε δευτερόλεπτο της ζωής που σου απομένει. Δεν νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμένα. Ίσως γιατί είμαι από τους ανθρώπους που αρκούνται στα απλά πράγματα. Γι’ αυτό το μόνο που θέλω, να μαζέψω μικρές, όμορφες στιγμές μαζί σου και να στολίσω μ’αυτές τον παράδεισό μου που δεν θα μπορούσε να μη σε περιέχει. Στιγμές που δεν πρόλαβα να ζήσω. Στιγμές που δεν πρόλαβα να χαρώ.

Μέσα σ’αυτό το διάστημα, θα ‘θελα να πω και να κάνω πράγματα τα οποία μέχρι τώρα κινούνταν μόνο στην σφαίρα του φανταστικού. Ο φόβος πως η έντασή τους ίσως σε πάρει μακριά ήταν που έμπαινε εμπόδιο στην υλοποίησή τους. Φαίνεται πως ήρθε η στιγμή, έστω και κάτω από αυτές τις συνθήκες, να σου πω όλα όσα φρόντισα καλά να σου κρύψω, προφυλάσσοντάς σε από την αλήθειά μου. Είναι ο μόνος τρόπος να βγάλω όλο αυτό το βάρος από πάνω μου και να φύγω χωρίς να έχω αφήσει πίσω καμμία εκκρεμότητα.

Κάνοντας τους φόβους και τους δισταγμούς στην άκρη, ξαπλώνω στο κρεβάτι και αφήνω την σκέψη στο όνειρο, ευχόμενη πως αυτή την φορά θα ‘ναι αυτό που θα υπερισχύσει της πραγματικότητας.

Ξέρω πως αγαπάς την θάλασσα. Τι θα ‘λεγες να περπατούσαμε μαζί; Να μου κρατάς το χέρι και το κύμα να δροσίζει τα πόδια μας από την ζεστή άμμο. Και μετά,καθώς θα πέφτει το σούρουπο,να κάτσουμε εκεί και να μιλάμε με τις ώρες βλέποντας το φεγγάρι και απολαμβάνοντας το δροσερό αεράκι. Μετά θα γυρνούσαμε σπίτι. Ήρεμοι. Γαλήνιοι. Με τον ήχο της θάλασσας στ’αυτιά μας. Θα ξαπλώναμε, θα χωνόμουν στην αγκαλιά σου και το μόνο που θα ευχόμουν, η στιγμή αυτή να ‘ναι η τελευταία σκηνή του έργου που γράφτηκε για μας.

Για τον πνευματικό κόσμο ο χρόνος δεν έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Έχει όλος συμπυκνωθεί σε μια μόνο στιγμή του παρόντος, εκεί όπου τρεμοπαίζει το αληθινό νόημα της ζωής. Παρελθόν και μέλλον είναι και τα δύο τυλιγμένα στη φωτεινή στιγμή του τώρα και η στιγμή αυτή, με ό,τι περιέχει, δε μένει ποτέ ακίνητη, μα ταξιδεύει ακατάπαυστα. Δεν θα ‘ταν όμορφο να κάναμε αυτό το ταξίδι μαζί; Αν δεχόσουν, να ξέρεις πως θα έκανες αυτές τις μέρες μου τόσο μα τόσο όμορφες.

Τι πιο ευχάριστο από το να παρατείνεται η ζωή ενός ανθρώπου με όμορφες ελπίδες, που με χαρά και αισιοδοξία γεμίζουν την ψυχή. Ο χρόνος είναι η ζωή της ψυχής και είναι το μόνο που έχω. Αυτόν και τις αναμνήσεις.

Έμαθα πια να ζω με τις αναμνήσεις μου. Αυτές μου άφησες σαν ενθύμιο. Για να ‘χω κάτι από ‘σενα, αφού δεν μπορώ να έχω εσένα. Δεν ξέρω αν είναι άξιος αντικαταστάτης σου. Το μόνο που ξέρω είναι πως εξασθενούν κι αυτές μαζί με την καρδιά μου. Όλη αυτή η υπερπροσπάθεια να κρατήσω εσένα ζωντανό κι όχι εμένα είναι που με αποδυναμώνει.

Ο μόνος τρόπος να πλησιάσω την πραγματικότητα είναι να την ονειρευτώ. Δέκα μέρες ζωής δίπλα σου. Στην αγκαλιά σου. Δεν θα ξεκολλούσα από πάνω σου αν μπορούσα. Θα ‘θελα να μυρίζω πάνω μου το κορμί σου. Στα χείλη μου να ‘χω την γεύση των χειλιών σου. Στα μάτια μου να καθρεφτίζεται το πρόσωπό σου. Στα αυτιά μου ν’ ακούω την φωνή σου και στο σώμα μου να νιώθω τα δικά σου χέρια να μ’ αγκαλιάζουν.

Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να μοιραστείς τα όνειρά σου αλλά νομίζω πως το βρήκα. Ίσως γιατί το κίνητρο είναι πολύ ισχύρο.

Αν μπορούσα να ορίσω τον θάνατο με κάποιον τρόπο, θα ‘λεγα πως είναι να εξαφανίζεσαι άβουλα, να μην ξέρεις τι αξίζει να περισώσεις από αυτό που μέχρι τώρα αποκαλούσες ζωή, να ξεχνάς. Δεν με νοιάζει να φύγω. Αρκεί να μην ξεχάσω.

Μα πώς να ξεχάσεις κάποιον που σου έδωσε τόσα για να θυμάσαι; Μπορεί να μην ήσουν ποτέ ουσιαστικά εδώ, φρόντιζα όμως με κάθε τρόπο η απουσία σου να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο επώδυνη, κρατώντας ζεστή την ανάμνησή σου.

Είναι φορές που πεισμώνω και λέω δεν θέλω κανέναν. Μόνο την μοναξιά μου. Πιστή μου φίλη. Πάντα εκεί στα δύσκολα να μου κρατάει συντροφιά και να με παρηγορεί όταν όλα έμοιαζαν τόσο μάταια. Ποιον κοροϊδεύω; Εσένα θέλω. Θα έρθεις; Θα μοιραστείς μαζί μου αυτές τις δέκα μέρες; Θα με βοηθήσεις να κάνουμε αυτό το όνειρο πραγματικότητα; Δε νομίζω πως μπορώ να περιμένω άλλο. Δεν έχω την πολυτέλεια του χρόνου πια. Γι’αυτό βιάσου.

Αν δεν έρθεις τελικά, αν δεν μου δώσεις αυτή τη χαρά δεν θα πικραθώ. Θα καταλάβω. Θα ‘μουν αχάριστη αν δεν το έκανα. Είναι τόσα αυτά που μου έδωσες, που ίσως είναι πλεονασμός να ζητήσω κι άλλα. Είναι όμως στην φύση του ανθρώπου να επιζητά το κάτι παραπάνω. Αυτό είναι και η μόνη μου δικαιολογία. Μια ύστατη επιθυμία θα ‘ταν, αφού χαθώ, να πάρεις την καρδιά μου. Να την φροντίσεις, μιας κι εγώ δεν τα κατάφερα. Την πόνεσα πολύ και όταν το κατάλαβα ήταν πλέον αργά.

Χαμένη στο όνειρο, την νιώθω να χτυπά πιο αργά από ποτέ. Τι έκανες στην καρδιά μου; Την πήρες κιόλας μαζί σου; Το δωμάτιο με πνίγει. Νιώθω να εξασθενώ. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Κι εσύ λείπεις. Πονάω. Πονάω πολύ. Τόσο που νομίζω πως δεν το νιώθω πια. Έξω βρέχει κι όσο η βροχή δυναμώνει ένας άγγελος όλο και πλησιάζει. Μην τον αφήσεις να με πάρει. Μη μ’αφήσεις να χαθώ.

Δέκα μέρες ζωής. Αυτό ήταν λοιπόν. Μας νίκησε ο χρόνος. Μαζί με τις στιγμές του, πήρε κι εμένα. Πήρε την ψυχή μου. Θα ‘ναι δύσκολο για ‘μενα να συνηθίσω σε μια ζωή χωρίς εσένα. Πρέπει όμως να τα καταφέρω.

Όλα είναι τόσο διαφορετικά πια εδώ, τόσο αντιφατικά. Έχει παγωνιά και βρέχει. Όπως το βράδυ που σε άφησα. Νιώθω χαμένη μέσα στην καινούργια μου πραγματικότητα. Μπορεί να φοβάμαι, όμως δεν νιώθω μόνη. Μάλλον ο άγγελος που ήρθε να με βρει λίγο πριν το τέλος, έφερε μαζί του και τις αναμνήσεις μου.

Αφού έχω αυτές όλα θα ‘ναι πιο εύκολα. Θα είναι μια ανάσα για να πάρω κουράγιο και να αντιμετωπίσω καθετί καινούργιο που θα ‘ρθει από εδώ και πέρα. Θα είναι η συντοφιά και η παρηγοριά μου.

Ελπίζω να φροντίζεις όλα όσα σου χάρισα, γιατί ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχα και να με σκέφτεσαι πού και πού το ίδιο γλυκά όπως κι εγώ.

Σ’αφήνω τώρα. Καθώς οι μέρες περνούν, νομίζω πως έχω αρχίσει να βρίσκω τον βηματισμό μου. Φεύγω όπως φεύγουν όλα μαζί με τον χρόνο. Αφήνοντας πίσω μοναχά την γεύση της απώλειας. Είμαι όμως ήρεμη. Βαθιά μέσα μου νιώθω πως θα τα καταφέρω όσο δύσκολος κι αν είναι ο αντίπαλός μου.

Ήρθε η ώρα να ξεκινήσω ένα ακόμα ταξίδι. Αυτό της αναζήτησης…

Έργο : Βασίλης Πέρρος

Σχολιάστε υπεύθυνα: