|Η αρρώστια της νιότης|, από τον Δημήτρη Λάλο , στο θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος

|Η αρρώστια της νιότης|, από τον Δημήτρη Λάλο , στο θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος

  •  
  •  




Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λάλος
Σκηνικά: Μιχάλης Σαπλαούρας
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννα Τζερμιά
Φωτογραφίες/Video: Θάνος Κερμίτσης
Αφίσα: Θωμάς Παπάζογλου
Παίζουν: Ξένια Αλεξίου, Τάσο Δέδες, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Κρίστελ Καπερώνη, Χριστίνα Μαριάνου, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Ουσίκ Χανικιάν
Βιομηχανική Σκηνή – Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος, Σπύρου Πάτση και Μαραθωνομάχων 8, Βοτανικός.

Ένα ψυχογραφικό γουέστερν

Λίγα λόγια για το έργο

Ο Φερντινάντ Μπρουκνέρ (1891-1958) γεννημένος στην Βιέννη , αποτυπώνει στα έργα του την κοινωνικοπολιτική καταστροφή και τον ηθικό ξεπεσμό που επέφερε ο Ναζισμός, παγκοσμίως. Ο ίδιος θύμα της ναζιστικής πρακτικής, τo 1933, με την άνοδο των Ναζί, αυτοεξορίστηκε στις ΗΠΑ, όπου και έγραψε το αντιναζιστικό έργο Φυλές (Dies Racen, 1933) και πήρε την αμερικανική υπηκοότητα. Στα έργά του απεικονίζονται εξπρεσιονιστικές πινελιές αλλά χωρίς να ξεφεύγουν από τα πλαίσια του αστικού δράματος, είδος που χαρακτηρίζει τα περισσότερα έργα του.
Η υπόθεση έχει ως εξής: στην Αυστρία του 1923, μια παρέα φοιτητών ιατρικής, φλερτάρει με τα ηθικά της όρια σ’ ένα ατελείωτο στυγνό και χωρίς ρίσκο παιχνίδι. Απελπισμένοι, απογοητευμένοι, παγιδευμένοι μέσα σ’ ένα ίδρυμα-εστία, δοκιμάζουν και ξετυλίγουν μεταξύ τους ψυχολογικές και σεξουαλικές οριοθετήσεις, σε τέτοιο σημείο που χάνουν ενίοτε την ανθρώπινη τους διάσταση και καταλήγουν να κινούνται ως συμβολικές φιγούρες, φαντάσματα. Φιγούρες που συγχέονται και συγκρούονται- συγκρούσεις που προκύπτουν από την νέα ταξική δομή της κοινωνίας, αλλά και πολύ περισσότερο από την ατομική ψυχοσύνθεση του καθενός- . Στο τέλος, μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουν,καταλήγουν να απεικονίζουν και να προοικονομούν τον κοινωνικό και ρεαλιστικό τους περίγυρο. Μια κοινωνία ”τραυματισμένη” ,μόλις, βγαλμένη από τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Βιώνει μια μετάβαση πολιτικό-οικονομική, και κατευθύνεται προς ένα μέλλον δυσοίωνο (άνοδος φασισμού). Ένα έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον που χαρτογραφεί τα ανθρώπινα όρια σκαλί, σκαλί, καταλήγοντας σ΄έναν μαζικό ξεπεσμό.

Η παράσταση

Θέατρο Ακαδημία Πλάτωνος….όπως ακαδημία θα μπορούσε να είναι και η ονομασία του ίδιου του έργου ή και της παράστασης. Ακαδημία φοιτητών ιατρικής, με ότι αυτό παρελείπεται…Με την είσοδο στην θεατρική σκηνή η όλη ατμόσφαιρα απέπνεε στάβλο και άχυρα. Αν και δεν υπήρχαν πάνω στην σκηνή, άχυρα, στάνη και άλογα ήταν, όμως, εκεί. Ο καφέ και μπεζ χρωματισμός που υπήρχε στα σκηνικά (Μιχάλης Σαπλαούρας) και στα κουστούμια (Βασιλική Σύρμα) πότισε και στην συνέχεια την δική μας φαντασία. Μια άκρως κινηματογραφική ατμόσφαιρα, θυμίζοντας τις παλιές κλασικές ταινίες, ο Λάλος στήνει μια κινηματογραφική παράσταση.Ο Δημήτρης Λάλος,όπως και πέρυσι με την παράσταση: Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια, έτσι και φέτος πορεύεται με την ίδια ομάδα στο ψυχογράφημα τούτο. Μια ισχυρή θεατρική ομάδα, που πιστεύω ότι αξίζει και ότι θα κρατήσει με το ξεχωριστό της στίγμα στα πολύβουα θεατρικά τεκταινόμενα.
Η διαδοχή των διαλόγων των ηθοποιών από τα πρώτα λεπτά άπλωνε σαν σεντόνι, ο ένας πάνω στον άλλο. Δημιουργώντας έτσι, μια τάχυστη ατμόσφαιρα λόγου και δράσης. Τέχνασμα μοντερνιστικό, ο Λάλος προσυπογράφει μεταμοντέρνα σε ενα κείμενο κλασικό αλλα και ο ίδιος στήνει μια κλασική, κινηματογραφική παράσταση. Αυτή η ιδιαίτερη αλληλοδιαδοχή των διαλόγων ή που θα μπέρδευε και θα κούραζε τους θεατές ή που θα έδινε ένα αίσθημα ραδιοφωνικής αναμέτρησης, αλλά σίγουρα επιτυαχύνει τον δραματικό χρόνο. Θα μπορούσε, ίσως, να θεωρηθεί και ως μια ιδιαίτερη πινελιά σκηνοθετικής τεχνοτροπίας του Δημήτρη Λάλου. Μάλιστα, η εκφορά λόγου του Γιώργου Τριανταφυλλίδη ως Φρέντερ παρουσίαζε μια ξενική προφορά, δίνωντας έτσι περισσότερο το στίγμα ενός κινηματογραφικού διαλόγου.
Η ομάδα του Λάλου είναι προσεκτικά και εξαιρετικά διαλεγμένη. Είναι μια ομάδα με ανεβασμένο τον υποκριτικό πήχη. Με την Χριστίνα Μαριάνου, τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη και την Κρίστελ Καπερώνη, να ξεχωρίζουν.Η Χριστίνα Μαριάννου, δείχνει το υποκριτικό της ταλέντο από τα πρώτα δευτερόλεπτα που βρίσκεται πάνω στην σκηνή. Η Μαριάνου παρουσιάζει την Λόυσυ όπως ακριβως πρέπει να είναι. Ένα κορίτσι υπάκουο, θύμα των διαθέσεων του Φρέντερ. Η Μαριάνου παίζει με όλο της το είναι από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν σκοντάφτει ούτε λεπτό. Ακόμα και το μεταξωτό λευκό της πουκάμισο τρέμει από τα ερωτικά της ρίγη και τις ψυχοσωματικές εξεγέρσείς της. Καθηλωτική, αφήνοντας μας σύγκορμους στην πιο ωραία ερωτική σκηνή της παράστασης. Η Μαριάνου, ξεδιπλώνει από την φούστα της το πουκάμισο για να βάλει πιο εύκολα χέρι στον εαυτό της. Είναι η στιγμή που ο Φρέντερ ενώ την διέγειρε σεξουαλικά, φεύγει…Φεύγει εν παρουσία σωματική αλλα όχι εν παρουσία φαντασιακή. Για να νιώσει πιο πολύ ηδονή, πόνο και αυτοταπείνωση κατευθύνεται προς το τραπέζι. Πιο συγκεκριμένα, με αργές κινήσεις και καθαρές, στέκεται στην γωνία του τραπεζιού και αυτοικανοποιείται ερωτικά. Διαγράφει ξεκάθαρα μια πoρεία προς τον διαστροφικό της χαρακτήρα, με πάθος. Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης, επίσης, απόλυτα δοσμένος στον ρόλο του, δεν ξεφεύγει ούτε λεπτό. Μας παρουσιάζει έναν ηδονιστικό και εξουσιαστικό Φρέντερ, ο οποίος περιπαίζει με τον έρωτα της Λούσυ. Ποια γυναίκα θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη στην αντρική κορμοστασιά και στo γοητευτικό και αρρενωπό παίξιμο του Τριανταφυλλίδη; Ένας άκρως, σεξ-ιστικός χαρακτήρας που αποτυπώνεται από τον Γιώργο Τριανταφυλλίδη, περίφημα. H Κρίστελ Καπερώνη σκληρή και υποταγμένη στην αδερφή της Μαρί, παρουσιάζει την ηρωίδα της, Ντεζιρέ, εγκλωβισμένη στο κόκκινο δέρμα της…Με μια ”κόκκινη” και σκληρή υποκριτική σφραγίδα-σωματικής και φωνητικής γραφής-, διαγράφει στον χώρο την δική της πορεία και υπογράφει με την ιδιαίτερη υποκριτική της στόφα. Από την μια, η Ξένια Αλεξίου, συγκλονστική με βαθιές υποκριτικές στιγμές, ξεδιπλώνει τον παθητικό της έρωτα προς τον Πετρέλ. Απο την άλλη, ο Ουσίκ Χανικιάν ως Πετρέλ, δεν ενδίδει και προστατεύει την αγάπη του για την σκληρή Ειρήνη. Ο Ουσίκ προσδίδει μια προστατευτικότητα στον ρόλο του, ενώ η Νατάσσα Εξηνταβελώνη ψυχρή και μετρημένη στις υποκριτικές τις δεξιότητες με μια όμως οξύνεια να υποβόσκει. Τέλος, ο Τάσος Δεδές ως Άλτ, είναι ένα μάτι άγρυπνο, όπου παρακολουθεί τα πάντα γύρω του και με μια γλυκιά ελαφρότητα προσπαθεί να προστατέψει την Μαρί.
Η μουσική υποστηρίζει απόλυτα την ψυχογραφική σύνθεση της παράστασης και το ιδιαίτερα αξιόλογο ήταν ότι, πατούσε και ως μουσικό χαλί κατα την διάρκεια των διαλόγων, αποτυπόνωντας έτσι πιο έντονα το κινηματογραφικό της προφίλ και την κινηματογραφική της ατμόσφαιρα.
Έτσι, ο Δημήτρης Λάλος και η ομάδα του συνυπογράφουν μια άκρως ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη παράσταση, με εκείνο το ιδιαίτερο στίγμα της κινηματογραφικής τεχνοτροπίας. Ενώ, παράλληλα, μας είχαν κλείσει όλους μαζί, ηθοποιούς και θεατές, μαζί με τις φοβίες μας, τις ερωτήσεις μας, τις απορίες μας και την ψυχολογία μας, σ’ εναν καφεκίτρινο στάβλο ή και σε ένα ίδρυμα με γήινες αποχρώσεις, όσο γήινα και αληθινά είναι και τα ψυχογραφικά ξεσπάσματα των ηρώων.Ενα καφέ ψυχογραφικό γουέστερν που πυροβολεί τις ήσυχες συνειδήσεις μας.

.Μαρία-Ευθυμία Γιαννάτου- θεατρολόγος-θεατροκριτικός.

Σχολιάστε υπεύθυνα: