[ ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ ΖΩΗΣ] της Στέβης Καλογεροπούλου

[ ΔΕΚΑ ΜΕΡΕΣ ΖΩΗΣ] της Στέβης Καλογεροπούλου

  •  
  •  




Από το συλλογικό εγχείρημα συγγραφής ιστοριών με θέμα “Δέκα Μέρες Ζωής” από διαφορετικούς συγγραφείς.

« Το δέκα είναι ο πρώτος στρογγυλοπoιημένος αριθμός
κι η μέρα η πρώτη ολοκληρωμένη μονάδα του .»

I.
Έχω δέκα μέρες να απαλλοτριωθώ. Λείπει μια γραμμή απ’ το τετράδιο της σκέψης μου αλλά θα τη συμπληρώσω ανεπαίσθητα με μια αχανή μύτη μολυβιού. Μια γλυκιά φωνή ντροπαλής κοπέλας διαδέχεται τη διακοπή του καταιγισμού μου . Φορά άσπρο – ροζ φανελάκι , έχει κοντά μαλλιά κι έντονα χαρακτηριστικά , θαρρείς κι ήτανε η προσωποποίηση του μεγαλειώδους ως γενικής αποτύπωσης μιας ποιοτικής αστάθειας του τι εντέλει είναι αυτό που αντιπροσωπεύει το ωραίο.
Μου ζητά φωτιά. Βγάζω από την τσέπη του φθαρμένου μου παλτό δύο κουτιά σπίρτα. Το ένα είναι άδειο , το άλλο εμπεριέχει δέκα σπίρτα και εντέλει αποκτά εννιά χάνοντας το ένα που αργοκαίγεται προς χάριν και τέρψιν του τσιγάρου που στέκεται ανάμεσα στα σαρκώδη χείλη της.
Το τσιγάρο της ανάβει , την κοιτώ σαν χαζός μετρώντας τα δευτερόλεπτα , δέκα κι αυτά , συμπερασματικός υπολογισμός λίγο πριν καεί η άκρη του δακτύλου μου απ ’το σπίρτο που σιγοκαίει στο παρατεταμένο μου χέρι.
Εκείνη γελά και φεύγει . Η εικόνα της παραμένει να μπερδεύει με (τε)τριμμένο σπάγκο την εσωτερική μου φρενοπάθεια. Παρά το διάλειμμα αυτής της ευχάριστη τεστοστερόνιας λίμπιντο , επανέρχομαι ευθύς στο απόγειο ή υπόγειο του καταιγισμού μου.

II.
Έχω δέκα μέρες να απαλλοτριωθώ. Η ανάσα μου καυτή προσπίπτει στην καθαρότητα του κλειστού παραθύρου προσδίδοντας στο τζάμι ένα είδος αφανέρωτου εγκλεισμού μέσω της νεοαποκτηθείσας θολότητάς του. Ας είναι.. Κανείς σε αυτό το καφέ δε θα κατανοήσει πως πηγαίνω γυρεύοντας να κρυφτώ από τον έξω κόσμο , ή ίσως κι από τον ίδιο τον εαυτό μου.
Μακάρι να μπορούσα να τρελαθώ , αν ήμουν τώρα τρελός δε θα ανησυχούσα παρά μόνο για την πραγματικότητα. Αλλά ποιος θέλει την πραγματικότητα όταν έχει το πλεονέκτημα του να μη μπορεί να ξεφύγει από την ψευδαίσθηση ; Ίσως, τελικώς, γι αυτό κάθε αυτό να ανησυχώ .. αλλά σταματώ… Διακόπτω το συνεχές ντελίριο αυτής της ευδιάκριτης αποφυγής του πολύσημου προγραμματισμού των ερχόμενων ημερών με έμφαση στη σημαντικότητα της δεκάτης ημέρας , την πριν του αποτελέσματος.
Έχω εννιά μέρες να αλλάξω ριζικά την αποτυχημένη δαιδαλώδη ζωή μου. Η δέκατη θα σηματοδοτήσει την αρχή του τέλους και το τέλος της εκκρεμούς κι ενδιαμέσου μου ουσίας θα προσπέσει στο σταμάτημα του χρόνου και στη στασιμότητα του χώρου της υπάρξεώς μου. Αυτό που θέλω να πω είναι πως εάν μέσα σε εννιά ημέρες δεν έχω καταφέρει ό, τι δεν κατάφερα μέσα σε κάμποσα εμπειρικά χρόνια ζωής θα δώσω τέλος στο μαρτύριο του χρόνου που σπαταλιέται άσκοπα στο σκηνογράφημα της χιμαιρικής επιβίωσής μου. Ποιος ο λόγος να αναλώνω το συμπαντικό χρόνο εν γένει ; Ίσως αυτοκτονώντας να μετενσαρκωθώ σε τοίχο που πάνω του θα κρεμούν πίνακες με παραστάσεις τύπου καρτ- ποστάλ και ταξιδιωτικού ενδελεχούς περιεχομένου φυτοζωώντας στη φράση ‘είμαι εδώ κι ας ταξιδεύω’.
Ω! πως διατυπώνεται αυτή η ενδιάθετη ψυχωφέλειά μου καθώς παραδέχομαι το πόσο τιποτένιος είμαι. Σκέφτομαι να αυτοκτονήσω από σήμερα ώστε να διαβώ το κατώφλι ομορφότερων ημερών , μεταθανάτιων οργιαστικών ενασμενισμών παραδίπλα της κόλασης. Αλλά δε θέλω να παρεκκλίνω εκ του σκοπού μου.
Εννιά μέρες λοιπόν, σαν τα σπίρτα που απέμειναν στο κουτί , καυτά μα παραμελημένα, βουτηγμένα στην υγρασία του παλτό. Συν μια μέρα τελευταία στον απολογισμό της πρόσθεσης , που θα πυροδοτήσει την αρχή του νέου ή το τέλος του παλιού αλλά γενικού , αυτού που δεν άλλαξε και δεν αντάλλαξε δώρα – αντίδωρα με την προσπάθεια. Αλλά το δέκατο σπίρτο που μου λείπει , εκλείπει από το τέλος ή την αρχή ; Είναι το τελευταίο ή το αρχικό ;
Αχ, πώς σπαταλώ έτσι το χρόνο της πρώτης από και υπό την δέκατη ημέρα.
Ανάλωση και κατανάλωση κάτω απ’ το βάθρο μιας σκεπτικιστικής αιχμής .. Μπορεί να μην είναι και τόσο κορεσμένα όλα , άλλωστε από τη σκέψη θα οδηγηθώ στην πράξη , φτάνει να βρω το δρόμο μόνο.. Τώρα είναι σα να βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο άσπρο εντελώς, μα παρά το χρώμα του, σκοτεινό κι αδυσώπητο.
Μα , που πήγε εκείνη η κοπέλα άραγε;
Άμοιρή μου δεκαήμερη παρατολμηρή παθολογία.

ΙΙΙ.
Έχω δέκα μέρες να απαλλοτριωθώ. Η μία μοιάζει να έχει περάσει ήδη καθώς το ρολόι πλησιάζει στον κεντρικό του ημιάξονα. Η κοπέλα, εκείνη με τα κοντά μαλλιά και το λινό φανελάκι, εκείνη με τα ωραία βαρύγδουπα χαρακτηριστικά , βρίσκεται τώρα απέναντί μου στη δεύτερη προσφερόμενη θέση του τραπεζιού.
Μιλάμε γύρω στο ένα τέταρτο ενός σχετικοποιημένου χρόνου και χώρου μιας και φαίνεται να έχουμε αποκοπεί από τον υπόλοιπο περίγυρο του καφέ. Φοβάμαι μήπως συζητώ με ένα ιδεόγραμμα πλαστού εικονικού παροξυσμού , είναι σύνηθες ο ενθουσιασμός να παίζει τέτοιου είδους παιχνίδια και να επιτρέπει στα κουρασμένα μυαλά και στις βασανισμένες ψυχές να χάνονται σε νεφελώματα παραισθήσεων.
Δεν πειράζει , σκέφτομαι. Τη κοιτώ ενόσω μιλάει , σε κάθε άναρθρο κούνημα των χειλιών της αισθάνομαι να βουτώ στα άδυτα της στοματικής της κοιλότητας , να χάνομαι στην ύπαρξή της. Ξεχνώ το σκοπό μου παροδικά , ανακατεύω ουτοπικά τις σκέψεις μου με τις δικές της , ανακαλύπτω το τί είμαι στην αντανάκλαση των μισόκλειστων βλεφάρων της , ανακαλύπτω το τί είμαστε στα επόμενα ποτήρια ποτών.
Ζαλίζω το χρόνο με την ένταση της στιγμής , επιθυμώ την διακεκομμένη του παύση , θέλω την παράνοια της ανακάλυψης του παροντικού μέλλοντα που εσαεί θα βυθίζεται στην άβυσσο του παρελθόντος. Θέλω να μετουσιώσω τις επόμενες δέκα , εννιά ημέρες σε μια παντοτινή στιγμή αποκομμένη από τα ανελέητα βήματα των δευτερολέπτων .
Ξεχειλώνω τον εαυτό μου από τη σάρκα του , νιώθω να χοροπηδώ ξέφρενα σε αναποδογυρισμένο ταβάνι τσαλαπατώντας όλες τις δεοντολογίες.
Εκείνη χωρίς να ξέρει, δίχως να γνωρίζει τους προηγμένους μου στόχους – σκοπούς με κοιτά βαθιά κι ίσως να μαθαίνει από το ό, τι δεν λέω.
Έξαφνα την ακούω να λέει “χάρισέ μου την επόμενη εβδομάδα” κι ευθύς χαμογελώ και τραβώντας την απ΄ το χέρι βγαίνουμε απ΄ το καφέ στο τραπέζι του οποίου ξέχασα τα σπίρτα μου.



Έργο: Σταμάτης Λάσκος

Σχολιάστε υπεύθυνα: