[Sebastian] της Ελίζας Μπάκου

[Sebastian] της Ελίζας Μπάκου

  •  
  •  




Μια φορά κι ένα καιρό, υπήρχε ένας Φαραώ, με μάτια στο χρώμα της θάλασσας, κάπου σε ένα μακρινό παλάτι της Αιγύπτου. Ο Φαραώ ήταν πολύ βαριά άρρωστος και μέρες τώρα βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Όταν το παλάτι πια είχε ησυχάσει, μέσα στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας, ένας λευκός γάτος πήδηξε στην αγκαλιά του αγαπημένου του Φαραώ. Για μία μοναχά στιγμή ο Φαραώ άγγιξε τον πιστό του φίλο, και για λίγο τα ουράνια σώματα σταμάτησαν να κινούνται. Ένα λευκό σύννεφο αιωρήθηκε για λίγο στο δωμάτιο και χύθηκε στην ζεστή ατμόσφαιρα.
Μετά από πολλά χρόνια, σε μιαν άλλη εποχή κάπου στην Ελλάδα, μια λευκή πουδρένια πάχνη προσγειώθηκε στη γη. Η μικρή γάτα τίναξε τα αυτιά της και έγλυψε μερικές φορές το αριστερό της πόδι πριν περπατήσει για λίγο στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Λίγες στιγμές αργότερα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε κοντά της. Ένας νεαρός άνδρας με αλεπουδένια μάτια κατέβηκε στο δρόμο.
-«Και πόσο τον δίνετε?» ρώτησε.
-«Τίποτα, απλώς παρ’ τον, είναι μπελάς!» αποκρίθηκε μια χοντρή κυρία.
Ο νεαρός άνδρας πήρε στα χέρια του το γατί και τον κοίταξε βαθιά στα γαλάζια μάτια του. Από τότε, τίποτα δε θα ήταν πια το ίδιο.
Για πολλά χρόνια, ο νεαρός άνδρας χάθηκε ανάμεσα σε λέξεις και ρόλους, ανάμεσα σε αληθινά και ψεύτικα χαμόγελα, και ανάμεσα σε πολλά χάδια και πολλές αγκαλιές. Αλλά ανάμεσα στο χάος, η λευκή του γάτα ήταν το πιο σταθερό σημείο πάνω στον ζαλισμένο χάρτη του. Μέχρι που αποφάσισε να πάει σε ένα πάρτι.
Αλλά δεν ήταν όποιο κι όποιο πάρτι. Ήταν ένα αποκριάτικο πάρτι, με πολύχρωμες κορδέλες και κόκκινο κρασί. Εκεί, ανάμεσα στους κλόουν με τα μεγάλα χείλη, τις πόρνες και τους ράθυμους αρλεκίνους, ξεχώρισε ένα ζευγάρι πεταχτά αυτιά κι ένα ζωγραφιστό μουστάκι. Ένα κορίτσι ντυμένο γάτα κάθησε δίπλα του. Ο νεαρός άνδρας την κοίταξε καλά, ανοιγόκλεισε τα μάτια του και κάποια στιγμή, για λίγο μόνο, τα αστέρια σταμάτησαν να κινούνται στην ουράνια σφαίρα και ο κόσμος ανάσανε ξανά. Και ήταν τόσο απορροφημένος ο νεαρός άνδρας που την κράτησε με τα χέρια του σφιχτά κοντά του και της επέτρεψε να ζωγραφίσει στο πρόσωπό του την πιο πονεμένη έκφραση του και την πιο ροδαλή απόχρωση του πορτοκαλί στα μάγουλά του.
Κι εκείνη τη στιγμή μια λευκή γάτα χαμογέλασε, κι ένα λευκό σύννεφο σκόρπισε στην ατμόσφαιρα.
Και κάπου, σε κάποια άλλη στιγμή, σε μια άλλη εποχή και ίσως σε κάποια άλλη χώρα, μια λευκή πάχνη με τη μυρωδιά της θάλασσας θα μεταφέρει την αγάπη του νεαρού άνδρα και του μικρού κοριτσιού για να μπορεί ο κόσμος να ανασαίνει ξανά και τ’ ασημένια φεγγάρια να ξεκουράζονται.


Έργο: Chema Galycía

Σχολιάστε υπεύθυνα: