|Μεσημεριανή έκλειψη| του Βασίλη Μπαρούτη

|Μεσημεριανή έκλειψη| του Βασίλη Μπαρούτη

  •  
  •  




Ένας έφηβος ήλιος ξυπνάει απότομα κατά το μεσημέρι και βγαίνει κόκκινος στη βεράντα, τα μάτια του είναι θολωμένα και μισόκλειστα, δεν βλέπει καλά καλά μπροστά του. Το κεφάλι του το νιώθει δέκα τόνους αλλά και τα πόδια του βαριά, ίσα που τον πηγαίνουν. Δείχνει να βιάζεται, καταλαβαίνει ότι είναι μεσημέρι και όλος ο κόσμος τον περιμένει να βγει, πρέπει ν’ ανατείλει για να φύγει η νύχτα, κάθε μέρα το ίδιο μοτίβο. Πόσο άδικο για εκείνον ενώ ο μεγάλος ξάδελφος στη Σκανδιναβία ξεκουράζεται σχεδόν έξι μήνες σερί πριν βγει για τα καλά στον ουρανό όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτό είναι πόστο, σκέφτεται. Όχι σαν το δικό του. Να έχει αυτό το πρωινό ξύπνημα κάθε μέρα. Αλλά και τι να κάνει; Χωρίς αυτόν, λένε, δεν βγάζει η γης χορτάρι, δεν κελαηδούν τα πουλιά και δεν δουλεύουν οι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι. Λες και έχουν ανάγκη τον ήλιο. Αυτοί δεν χαμπαριάζουν από τέτοια. έχουν ανάγκη μόνο τη συνήθεια και την αίσθηση ότι όλα πάνε καλά. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο ήλιος χαθεί, αυτοί θα συνεχίσουν για μέρες, μήνες ίσως και χρόνια τη δουλειά τους μέχρι να το καταλάβουν. Κάποιοι βέβαια θα πουν, ρε παιδιά τι έγινε και χάθηκε ο ήλιος; Αλλά θα τους σκοτώσουν αμέσως για παραδειγματισμό που τόλμησαν να ξεστομίσουν αυτό το ψέμα, που θέλησαν να διαδώσουν υπόνοιες που θα δημιουργούσαν ρωγμές στο οικοδόμημα της συνήθειας των ανθρώπων. Δεν θα γινόταν και κανένα μεγάλο κακό αν αποφασίσει να χουζουρέψει ή να αρρωστήσει ή να έχει τις μαύρες του και να κλειστεί για λίγες μέρες μέσα. Είναι όμως τόσο δύσκολο να αφήσεις τη συνήθεια ακόμα και για εκείνον. Σκέφτεται τώρα τους πετεινούς έξω που έχουν ξελαρυγγιαστεί και τόσο πολύ θα είναι κρίμα να πάθουν κάτι εξαιτίας του.
Κάνει γρήγορα λοιπόν αλλά καθώς πάει να κατέβει την πέτρινη σκάλα τρεκλίζοντας, παραπατάει κάπου και πέφτει κουτρουβαλώντας τη και ξαφνικά χωρίς να το καταλάβει είναι απλωμένος στην πίσω αυλή κάνοντας τα τζιτζίκια να σκάσουν από τα γέλια για το αναπάντεχο αυτό θέαμα της πρώτης καλοκαιρινής μέρας.

Η Δανάη είναι η οικονόμος του. Έχει ξυπνήσει από ώρα και κάθεται στην αυλή περιμένοντας να βγει ο ήλιος. Κοιτούσε με απορία τόση ώρα τα κλειστά παράθυρα πάνω στο σπίτι, ένδειξη ότι εκείνος είχε αργήσει να σηκωθεί. Περίεργο, σκεφτόταν, τόσα χρόνια δεν άργησε ούτε ένα λεπτό, αλλά μόλις τον είδε εκεί κάτω απλωμένο, δεν άντεξε και έβαλε και κείνη τα γέλια. Ακόμα και οι γάτες είχαν σταματήσει να γλύφουν ευλαβικά τα πόδια τους, τα μόνα πλάσματα που «γλύφουν» τον εαυτό τους για να τα χουν καλά μαζί του. Όλοι λοιπόν σταματούν τη σημαντικότερη διαδικασία της ημέρας και κοιτούν τον ήλιο ξάπλα στο τσιμέντο της αυλής να χει σκορπίσει παντού και να βγάζει καπνούς από τα νεύρα του. Καίει τόσο που όση υγρασία χρειάστηκε να ανακατευτεί με το τσιμέντο για να γίνει στέρεο και συμπαγή, τώρα βγαίνει από μέσα του και εξατμίζεται από τη ζέστη και τον καύσωνα που χει πέσει εκεί πάνω τόσο ξαφνικά.

Η Δανάη πετάγεται και αρχίζει να χειροκροτεί φωνάζοντάς του ότι άργησε, θέλει να κρύψει τη χαρά της που τον βλέπει επιτέλους και είναι καλά. Είναι άλλωστε η μόνη στιγμή της ημέρας που μπορεί να δει τον ήλιο, όταν δηλαδή εκείνος βγαίνει έξω από το σπίτι. Φτάνει λοιπόν κοντά και στέκεται όρθια από πάνω του και του φωνάζει με τα χέρια στη μέση και γέρνοντας λίγο προς τα κάτω το κορμί της για να δείξει ότι ουδέν κρυπτό υπό την Δανάη, ούτε κι ο ήλιος ακόμα, που ναι πεσμένος και τώρα δείχνει να του αρέσει έτσι, έχει βάλει και τα χέρια κάτω από το κεφάλι του και αρχίζει να τον πιάνει πάλι ένας γλυκός ύπνος.
Αυτό πια κάνει τη Δανάη έξω φρενών, πάει είναι τρελός σκέφτεται, «είσαι τρελός ; τι κάνεις πάς να κοιμηθείς έξω; Ξέρεις τι θα γίνει αν κοιμηθείς έξω; Ξέρεις;»
Ούτε που της δίνει σημασία, άστη να φωνάζει, σκέφτεται, εξάλλου έχει δίκιο αλλά δεν μπορεί να αλλάξει κάτι και σιγά το πράγμα, κανείς δεν θα πάθει τίποτα, όλο υπερβολές αυτή η Δανάη, από τότε που ανέλαβε, έχει πάρει πολύ σοβαρά τη δουλειά της.
Τελευταία μέρα του χειμώνα χθες και κάτσαμε λίγο παραπάνω με τα παιδιά, το Σείριο και τον Πολικό Αστέρα και τα ήπιαμε. Να που όμως τώρα έχω αυτή τη μουρμούρα μέσα στο μεσημέρι.
Σηκώνει λίγο το κεφάλι και κοιτάει την ηλιοφώτιστη Δανάη, εκείνη σταματάει αμέσως να μιλάει και βάζει το χέρι της μπροστά στα μάτια, «με τύφλωσες παιδάκι μου», του λέει, την ρωτάει τι ώρα είναι, «είναι ώρα να βγεις επιτέλους, τι να βγεις σε λίγο θα νυχτώσει, μα καλά δεν ξέρεις τις ευθύνες σου στον κόσμο;» .
Τις ξέρει τις ευθύνες του όμως τα πιο ωραία πράγματα στον κόσμο γίνονται το βράδυ, χωρίς ήλιο, της λέει, «ναι του απαντάει αυτό ισχύει για τους μέθυσους και τα ρεμάλια». Ο Ήλιος τεντώνει τα χέρια και τα πόδια του και δείχνει ότι δεν ανησυχεί και τόσο. Λέει ότι εννοούσε το να περνάς καλά με τους φίλους σου, να διασκεδάζεις και να χαλαρώνεις. Άλλωστε ακόμα και ο Έρωτας είναι τυφλός, η Δικαιοσύνη είναι τυφλή, τι τον θέλουν οι άνθρωποι τον Ήλιο;
Ο Ήλιος αστειεύεται μαζί της και το κόλπο πιάνει, εκείνη χαμογελάει, γονατίζει δίπλα του και του χαϊδεύει τα μαλλιά. «Καλά», του λέει, «δεν πειράζει, θα πούμε πάλι ότι ήταν έκλειψη».



Έργο: Diego Dayer

Σχολιάστε υπεύθυνα: