|Η ΠΕΙΝΑ| της Παρασκευής Μάρκου

|Η ΠΕΙΝΑ| της Παρασκευής Μάρκου

  •  
  •  




-Συγνώμη, έχετε ώρα;

Κάνω στροφή της κεφαλής μου σχεδόν 90° και απαντώ:

-Φυσικά, είναι 11 και 10.

-Σας ευχαριστώ πολύ! Απάντησε με περισσή γαλήνη μια κυρία, ώριμης ηλικίας, ωστόσο καλοστεκούμενη. Όρθια, δίπλα από την έξοδο γνωστού πολυκαταστήματος της πόλης, με το δεξί χέρι προτεταμένο και την παλάμη ανοικτή σε στάση επαιτείας. Τα μαλλιά της προ 8 με 9 μηνών μαρτυρούσαν ένα κατάξανθο χρώμα. Τώρα βέβαια η βαφή φαινόταν γλυκά και με επιείκεια ξεθωριασμένη ενώ μια λευκή καθάρια απόχρωση επικρατούσε επί της πρώην τεχνητής με τρόπο αδίσταχτο.

Όσο γρήγορο ήταν το βλέμμα πισωγυρίσματος και η απάντηση στην συντομότατη τεθείσα ερώτηση, άλλο τόσο γρήγορο ήταν το βήμα μου προς συνέχιση του δρόμου μου. Παρόλα αυτά η εικόνα και η αύρα της ηλικιωμένης κυρίας δεν υπήρξαν διόλου φευγαλέα. Ρίζωσε στο κεφάλι μου και δίπλωσε το στομάχι μου. Έφτασα στον καλοβολεμένο προορισμό μου και ακόμη η εικόνα της με βασάνιζε ακολουθούμενη από σωρεία ερωτημάτων. Ποια ήταν; Ζητιάνα; Μα το παρουσιαστικό της μαρτυρούσε μια κάποια κλάση… Και η στάση της… Ποια είναι η κλάση της ζητιανιάς; Γιατί επαιτούσε; Πού ζει; Μόνη; Υπάρχει κάποια κατοικία; Τι ήθελε την ώρα; Μετρούσε το χρόνο, γιατί; Σχετίζεται αυτός με κάποιον τρόπο με τον όποιο αγώνα επιβίωσής της;

Αγώνας επιβίωσης η επαιτεία… Συλλογίζομαι, αναλογιζόμενη ένα σωρό επαίτες που κατά καιρούς έχουν ενοχλήσει τις κόρες των ματιών μου. Βρώμικοι, καημένοι (φαινομενικά τουλάχιστον), άλλοτε μετέωροι μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, καίριο πλήγμα στην προσωπική αισθητική μου. Παραδόξως, η πρώην κατάξανθη και νυν λευκομαλλούσα κυρία –και πιθανολογώντας όμορφη γυναίκα στα νιάτα της- με την προτεταμένη παλάμη δεν υπάκουε στις παραπάνω νόρμες. Εξέπεμπε μια κάποια καλαισθησία, ηρεμία και ευγένεια. Τι κι αν τα ρούχα της φαίνονταν πολυφορεμένα και δεν υπήρχε ίχνος επίπλαστου και πολλές φορές προς εξαπάτηση του κοινού υλικού, σωματικού ή ψυχολογικού φτιασιδώματος απάνω της!

Ποτέ άλλοτε δεν είχα συλλογιστεί πως μια προτεταμένη παλάμη θα μπορούσε να ειδωθεί σαν ένα παλιομολυβάκι, να παίξει το ρόλο ακριβώς ενός μισοτελειωμένου μολυβιού, σαν αυτού του Χάμσουν -αμφίβολης κατά το κοινό αίσθημα αξίας- ή αν είχε ασυναίσθητα και χωρίς καμιά βαρύτητα σουλατσάρει κάποτε στο νου μου, ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει επάξια τη θέση αυτού του μολυβιού.
Με τα πολλά πήρε να βραδιάζει και ξαφνικά ανοίγω το ψυγείο με «βια» και αρπάζω μια ντουζίνα διάφορα φρούτα, τα ρίχνω σε μια νάιλον σακούλα. Κατευθύνομαι στη ντουλάπα του υπνοδωματίου, την ανοίγω κι εστιάζω σε ρούχα βολικά, ευκολοφόρετα, παλιά και νυν αγαπημένα και αντίστοιχα γεμίζω μια μεγάλη διάφανη σακούλα. Τις κρεμάω στα δυο μου χέρια και βγαίνω απ’ το διαμέρισμα. Κατευθύνομαι στο επίμαχο πολυκατάστημα και τις αποθέτω κοντά στην είσοδο σε κάποια κάγκελα που άλλη λειτουργία δεν φαίνεται να είχαν. Φεύγω.

Τις επόμενες μέρες φρόντιζα επιτηδευμένα να περνώ από το ίδιο σημείο, να μπαίνω στο πολυκατάστημα και να γεμίζω μια μικρή σακούλα, ανάλογη των δυνατοτήτων μου, τρόφιμα μακράς διαρκείας, έπειτα να την κρεμώ στα ίδια κάγκελα, δίπλα από τα οποία σύχναζαν αυτοί οι βρώμικοι, ακαλαίσθητοι, κατά τη δική μου κρίση, επαίτες. Δεν τους τις έδωσα ποτέ στα χέρια, από συστολή ίσως ή το φόβο της απόρριψης λόγω των λειψών δυνατοτήτων μου. Και έπειτα έφευγα, πάντα, για να επανέλθω την επομένη, με ένα αίσθημα κορεσμού του μικρού σε διαστάσεις στομαχιού μου.



Εργο: biodpi

Σχολιάστε υπεύθυνα: