|Νεκροφίλημα| της Μαρισόφης Αργυροπούλου

|Νεκροφίλημα| της Μαρισόφης Αργυροπούλου

  •  
  •  




Ακούς ποτέ όσα σου λέω;
Ο ουρανός ζητάει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα είμαστε ικανοί να δώσουμε. Τώρα το διαπιστώνω.
Α, όχι, σε παρακαλώ! Δε φοβάμαι τον θάνατο! Πώς να τον φοβηθώ;
Είμαι ήδη νεκρός. Χρόνια τώρα.
Δε τον φοβάμαι!
Πώς να φοβηθώ κάτι που καθημερινά αντικρύζω;
Ο θάνατος είναι πάντοτε παρών ακόμη και στις πιο ακατάλληλες στιγμές.
Τον βλέπω καθημερινά να περπατάει επάνω σε ασθενείς σαν μια αράχνη νευρική, μα καλοδιάθετη.
Τον βλέπω επάνω στους αγαπημένους μου, που τους χαϊδεύει ειρωνικά στα μάγουλα, τους δίνει παθιασμένα φιλιά, τους σφίγγει στην αγκαλιά του τρεμάμενος μην του ξεφύγουν.
Και κάποτε δεν του ξεφεύγουν.
Κι αυτός θριαμβευτικά γλεντάει χορεύοντας και πίνοντας!
Τον βλέπω να χαιρετάει τους περαστικούς, δήθεν τυχαία, και την επόμενη μέρα να τους χαιρετάει ξανά, αυτή τη φορά λιγότερα τυχαία και περισσότερο μοιραία…
Τον βλέπω να καθρεφτίζεται πάνω στο αίμα μας.
Να μας υπνωτίζει.
Τον βλέπω στα όνειρα.
Τον βλέπω στη μοναξιά.
Τον βλέπω στον καθρέφτη μου.
Ακόμη και στον έρωτα.
Τον βλέπω παντού και πάντοτε.
Μα εμένα δεν μου κάνει διόλου αίσθηση όλο αυτό και ξέρεις γιατί; Εγώ τον έχω μέσα μου.
Μες τα χείλια, στην καρδιά, στο αίμα, στο στόμα, στο δέρμα, στα μαλλιά, παντού!
Κατοικεί με τόση μεγαλοπρέπεια πάνω μου. Υπάρχουν μέρες που δε μας ξεχωρίζω. Γινόμαστε ένα.
Και παρ’ όλα αυτά δεν φοβάμαι ούτε τον θάνατο ούτε τον εαυτό μου.
Υπάρχει όμως κάτι που το τρέμω… την αγάπη! Ναι, δε θα στο κρύψω πια. Την τρέμω!
Κάποια μέρα ίσως καταφέρει να μ’αναστήσει και τότε θα λάμψει ξαφνικά αυτό το πελώριο φως που κρύβω στα σωθικά μου.
Κάποια μέρα..!
Φοβάμαι την αγάπη, δε μπορώ να σου κρυφτώ. Τη φοβάμαι γιατί τη γνώρισα.
Δεν είμαι εγώ ικανός να αναμετρηθώ με την αγάπη, δεν είμαι εγώ ικανός να την προσφέρω ούτε είμαι ικανός να την ζητήσω.
Είμαι ικανός μόνο για να πληγώνω.
Ω Θε μου, πόσο ενάρετος και όμορφος είμαι τις ώρες που πληγώνω!
Θαρρείς κι είμαι πλασμένος μόνο γι’αυτό.
Το θάνατο, μάτια μου, στο είπα, δεν τον φοβάμαι! Είναι το μόνο που δε φοβάμαι.
Είμαι ήδη νεκρός, τί να φοβηθώ;
Έχω ήδη ταφεί…
Τρομάζεις; Για το Θεό! Μην τρομάζεις! Αυτά έχει η ζωή όταν δεν ξέρεις να φέρεσαι όπως της αρμόζει.
Με σεβασμό. Με σεβασμό πρώτα στον ίδιο σου τον εαυτό κι έπειτα στη ζωή.
Τίποτα καινούριο δεν έχει γίνει. Και ότι πέρασε, πάει τέλειωσε. Δεν ξαναγίνεται. Τώρα τί μας μένει;
Μονάχα η μνήμη. Μονάχα αυτή μπορεί να κινεί τα νήματα ενός ψυχικά νεκρού σαν εμένα.
Μ’αυτή κοιμάμαι, μ’αυτή ξυπνάω. Μόνη μου σύντροφος αυτή πια… Κι όμως! Είναι στοργική μαζί μου. Με αγαπά και με σέβεται. Δε μου αρνείται τίποτα. Καλύτερα έτσι, δε νομίζεις, ψυχή μου;
Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι νεκροί με τους νεκρούς.
Μα για στάσου! Διάολε, τί βλέμμα είναι αυτό; Διαφωνείς;
Έχεις θράσος λοιπόν! Και δε σου φαινόταν!
Τώρα διαφωνείς; Εκ των υστέρων;
Tότε; Πού ήσουν τότε; Πάψε λοιπόν τώρα! Σώπαινε, γαμώ το κέρατο! Δε θέλω να σ’ακούω!
Ωχ, τί ώρα πήγε; Να πάρει! Πού είναι το φάρμακό μου;
Πφ, να ‘το! Επιτέλους. Βαρέθηκα να το πίνω κάθε μέρα, μα πρέπει.
Και ξέρεις ε, είναι τόσο πικρό που με πνίγει. Κι εγώ εκεί, επιμένω, να πίνω και να πνίγομαι, να πνίγομαι και να πίνω. Καθημερινότητα για μένα.
Κι όλα αυτά μέχρι να νυχτώσει. Γιατί, ω! Όταν νυχτώνει οι σκιές μικραίνουν στον κόσμο και μεγαλώνουν εντός μου, γίνονται πελώριες και με πλακώνουν.
Τόσο που δεν έχω παρά να κλείσω τα μάτια και να παρηγορώ τα μύχια της ψυχής μου με τη θύμησή σου… πως είσαι εδώ, στην αγκαλιά μου και η βροχή παύει…
Αναμνήσεις…
Πάντοτε πάλευε το μυαλό με την καρδιά μου. Το μυαλό θέλει να προχωρήσει, μα η καρδιά επιμένει πως δεν πρέπει και βρυχάται σε κάθε μου προσπάθεια.
Κι εγώ στη μέση να προσπαθώ να βρω μια λύση, ανήμπορος, αβοήθητος, απελπισμένος…
Κάπου διάβασα πως κάθε κίνηση του ανθρώπου είναι ένα αίτημα γι’αγάπη…΄΄
Ίσως ναι… μα, πού είναι, πού έχει κρυφτεί;



Έργο: Steven Toang Wei Shang

Σχολιάστε υπεύθυνα: