|ΑΡΩΜΑ ΚΑΝΕΛΑΣ,  Ένα ταξίδι| της Κατερίνας Χατζηκυριάκου

|ΑΡΩΜΑ ΚΑΝΕΛΑΣ, Ένα ταξίδι| της Κατερίνας Χατζηκυριάκου

  •  
  •  




Φυσάει. Τα κύματα της θάλασσας ακούγονται δυνατά.
Κοιτάζει το κινητό ανάμεσα στα πόδια της που, αν δεν καθόταν, θα λύγιζαν. Προσπαθούσαν να ταξιδέψουν, μα γερασμένος ο κόσμος γύρω τους. Προσπαθούσαν να κλάψουν, μα νερό δεν έβγαζαν για να ξεσπάσουν. Προσπαθούσαν από κάπου να πιαστούν, μα αποσβολωμένα τα νεκρά φθινοπωρινά φύλλα πάνω στο τραπέζι κοίταζαν.
Η ποίηση μέσα μας καταγράφεται και γίνεται ποίημα…

Ένα γραπτό μήνυμα γράφει…

Κοπέλα
Δεν θα έρθω σήμερα.
Σ’ αγαπάω.
Δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου.
Θα σ’ αγαπάω για πάντα.
Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ.
Θα τα πούμε.

Σιωπή…

Εκείνη: Όχι, δεν μπορώ να την πάρω, αγάπη δεν σημαίνει καταπίεση. Εξάλλου έγραψε ότι με αγαπάει, και οι νεράιδες δεν λένε ψέματα… Μήπως έκανα κάτι που τη στεναχώρησε;

Σιωπή…

Εκείνη: Όμως, γιατί τα λόγια μου παρηγοριά δεν δίνουν στην καρδιά μου και νιώθει πληγωμένη;

Κοιτάζει τον ουρανό, μιλάει στον Θεό με παράπονο…

Εκείνη: Θεέ μου, αν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό, γιατί μου ξεριζώνεις την καρδιά; Γιατί τα χέρια μου έβγαλαν αγκάθια;

Φωνάζει ξέπνοα…

Εκείνη: Δεν ακούω τι μου λες.

Όσο πιο δυνατά μπορεί…

Εκείνη: Πες μου, τι να κάνω για να τη φέρω κοντά μου;

Ξαφνικά, χωρίς κανένα έλεος, χωρίς κανείς να ρωτήσει αν έχει απλώσει έξω την μπουγάδα της, χωρίς κανέναν δίπλα της να κρατά μια ομπρέλα, ξεσπά μια μεγάλη μπόρα. Αμέσως, δίχως κανέναν δίπλα της να κρατά ένα χαρτομάντιλο, ξεσπά σε κλάματα βαστώντας παρέα στον ουρανό. Με την ίδια ορμή, με τον ίδιο δυνατό ήχο το κλάμα της συνοδεύει τη βροχή που βίαια κουτουλά σε παρμπρίζ αυτοκινήτων και πεζοδρόμια. Κοιτάζει επίμονα τον ουρανό, δεν της βαστά να σταματήσει να βλέπει την ελπίδα. Τα κεριά σβηστά. Ο αέρας λυσσομανά. Η σαμπανιέρα στο πάτωμα μαζί με σπασμένα ποτήρια. Το τασάκι, βαρύ στη θέση του, παραμονεύει να πέσει. Τα ποτά τους χυμένα σε λουλούδια μεταλλαγμένα. Το κινητό, κολλημένο στα πόδια της, κουδουνίζει το ίδιο μήνυμα. Ο αέρας δυναμώνει. Το σκέπαστρο μπάζει νερά. Τη γη κάτω απ’ τα πόδια της πλημμύρα έκαναν τα μάτια της. Το πράσινο κουτάκι κολυμπάει στο χείλος της μπαλκονόπορτας δίπλα σε λογαριασμούς από κοινόχρηστα. Το κεφάλι της πνίγεται. Ο λαιμός της τεντώνεται για να σωθεί, για να ακούσει έναν φίλο, δεν έχει σημασία, πνίγεται. Χείμαρροι ξεπηδούν απ’ το σαλόνι, πίνακες έξω στον δρόμο πετιούνται, καναπέδες ο αέρας σηκώνει και βίαια στα νερά τους πετά, δεν έχει σημασία, πνίγηκε. Το κεφάλι της στις λευκές κόλλες ξάπλωσε, ανείπωτα λόγια αγάπης βρεγμένα, μα σε λευκές κόλλες γραμμένα που η βροχή δεν κατάφερε να ρημάξει.

Και ξαφνικά, μια αστραπή που δυναμώνει με ταχύτητα φωτός, ξεσπά στον ουρανό σαν να τον λύτρωσε, την παρθενιά του πήρε, τελειώνοντας με λευκό φως πάνω του, πάνω στην υγρή πενιχρή μαυρίλα που φυλακίζει τη μοναξιά του…

Τι σημαίνει μεγαλώνω; Γιατί υπάρχουν τόσοι μόνοι; Αφού είμαστε τόσοι πολλοί…

Χτυπάει το κινητό της…

Ένα μήνυμα από τον Θεό γράφει…

Εκείνη
Ταυτότητα.
Σε ένα ημερολόγιο
η Αγάπη δημιουργεί.
Σε μία υπόσχεση
ο Φθόνος καταστρέφει.
Νεράιδα σε νεράιδα
διάβασέ τη.

Εκείνη: Ουάου! Τέλειο;

Κοιτάζοντας τον ουρανό…

Εκείνη: Τι σημαίνει «φθόνος»;

Kάτι σαν πρόλογος

Οτιδήποτε δεν περιέχει αμφιβολία είναι επικίνδυνο,
είναι παγίδα υπέρ της στασιμότητας.

Τι είναι ο «φθόνος»;

Θανάσιμη δολοπλοκία. Μία ασθένεια που φωλιάζει στο υποσυνείδητο του ανθρώπινου εγκεφάλου, ο οποίος ασυνείδητα του δίνει την ευχέρεια να χαλιναγωγεί τη συνειδητή λειτουργία του. Οι απωθημένες τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας που άλλοτε επηρέαζαν την ανθρώπινη συμπεριφορά σήμερα ξεσπούν με οδηγό τον φθόνο κυριαρχώντας τη βούλησή του υπό τη μορφή εκδίκησης ενάντια στη μη αποδεκτή –αλλά δακτυλοδεικτούμενη– κοινωνία που ζούμε.

Ο άνθρωπος που φθονεί, μεγάλωσε σε ένα μη ιδανικό οικογενειακό περιβάλλον, δρα ατομικιστικά και υστερόβουλα, υποκινούμενος ενστικτωδώς από τις ορμές εκείνες που αναγεννιούνται μέσω της κοινωνικής καταπίεσης, καθώς και της τρομακτικής αποξένωσης από τον ίδιο του τον εαυτό, με αποτέλεσμα να βρίσκει καταφύγιο στην υποσυνείδητη εκδίκηση.

Φαντασιώνεται συνεχώς αντιπάλους, χτίζει τοίχους για να φυλαχτεί από τον εχθρό του ανοίγοντας σκοτεινά παράθυρα για να πολεμήσει την ευτυχία γύρω του. Μίζερος πια, δηλητηριάζει τον εαυτό του. Δυστυχισμένος πλέον, νεκρώνει κάθε συναισθηματική προβολή του. Η «αγάπη» για εκείνον καταντά μια αρρωστημένη προσκόλληση.

Οι εποχές άλλαξαν, κάποτε η άνοιξη σηματοδοτούσε την άνθηση της παιδικής ηλικίας, κάποτε τα παραμύθια ήταν ένας κόσμος θαυμαστός, ένα δώρο για όλους…

Πότε χάθηκε για πρώτη φορά η ισορροπία;

«Όταν ο άνθρωπος φοβήθηκε κι ένιωσε μεγάλος, μαμά»

Έχασε τον έλεγχο υποβιβάζοντας τον εαυτό του, καταπίεσε τον αυθορμητισμό του μονοπωλώντας τη γενναιοδωρία του, λησμόνησε την απαράμιλλη γοητεία του εξιδανικεύοντας τις αμφιλεγόμενες αναμνήσεις του, απαρνήθηκε την ελευθερία του.

Τι σημαίνει «ελευθερία», παιδί μου;

Ένα υγιές παρόν προϋποθέτει το παρελθόν εκείνο που αισιόδοξα αποβλέπει στο μέλλον. Το παρελθόν κυνηγά το παρόν άνευ ορίων, είναι θέμα χρόνου. Το παρόν παραδίνεται στο παρελθόν άνευ προηγουμένου, είναι θέμα τύχης. Η στιγμή γίνεται παρελθόν και μια ανάμνηση καινούρια μάς χαρίζεται, μια στιγμή που πέρασε και δεν ξαναγυρνά, μια ανάμνηση που δεν θα αφήσω ποτέ να ξεθωριάσει, μια μπλούζα δική σου στην ντουλάπα μου, που ως εκ θαύματος μυρίζει ακόμα το άρωμά σου.

Μήπως τελικά μπερδεύουμε την αδυναμία με την ανιδιοτέλεια; Το ψέμα με την αλήθεια;

«Έχεις δίκιο, παιδί μου, συνέχισε»

Μήπως τελικά δύναμη είναι το να είσαι παρών σε κάθε πτώση σου;

Δεν μας εκφράζει η λέξη «φυγή»,
δεν υπάρχει καμία απουσία.

Την παρουσία των ηρώων αφηγείται ένα παραμύθι,
το άπιαστο όνειρο που διατηρεί ζωντανές τις αισθήσεις τους.

Τείχη που χτίζουν για να τα γκρεμίζουν σαν κάστρα στην άμμο,
υποσχέσεις που κρατούν συντροφιά στην αναμονή τους.

Αμοιβαία επιθυμία, η στιγμή της απελευθέρωσης, να πιάσω το χέρι σου;

Σε φέρνω κοντά μου όταν σε αναγνωρίζω,
όχι όταν παριστάνεις τον εχθρό σου,
όχι όταν κρύβεσαι πίσω από την απομίμηση
της προσωπικότητάς σου.

Η αλήθεια βρίσκεται πάντα στην αρχή,
διαφορετικά περαστικός είσαι και φεύγεις.
Περαστικές οι στιγμές μας,
γοητευτικές σαν αστραπές.

Όλο ταξιδεύω, περνάει απ’ το παράθυρο η ζωή,
όλο κάτι ψάχνω και σε βρίσκω μπροστά μου.

Εξομολογηθήκαμε κρυφές επιθυμίες,
όνειρα γεμάτα τρέλα, όνειρα που…

Όνειρα που εκμυστηρεύομαι εκεί που αγαπάω,
όνειρα που διεκδικώ την ύπαρξή τους και…

Και ψάχνω αμέσως ποιο αεροπλάνο θα με πάει στο φεγγάρι, θα με συνοδεύσεις;

Μια μέρα θα σε ταξιδέψω ως τον ουρανό,
κάποιος θέλει να σε γνωρίσει.

Έλα μαζί μου, ξάπλωσε,
ξάπλωσε να φωτίσεις τον ήλιο,
ο Van Gogh για εμάς ζωγράφιζε.

Ελεύθερη ένιωσα όταν πίστεψα πως
δεν υπάρχει καμία χαμένη προσδοκία.

Τα παραμύθια τελειώνουν όταν ξεκινά η ζωή τους, μια ζωή παραμυθένια.
Συντροφιά που δεσμεύει την ελευθερία τους σε ένα διπλό κρεβάτι.

Μακάρι οι άνθρωποι να παρέμεναν παιδιά.
Μακάρι οι άνθρωποι να μην ένιωθαν τόσο μεγάλοι με εξουσία.
Μακάρι οι άνθρωποι να έγραφαν ακόμα παραμύθια.

Η αλήθεια βρίσκεται πάντα στην αρχή.
Κι εμείς αγαπηθήκαμε, θυμάσαι;

Και άκουσέ με…
Ό,τι κρατηθεί σαν αστραπή, αιώνια θα διαρκέσει.

«Κι εγώ, γιαγιά μου, πήγα μέχρι την Αίγυπτο για να την συναντήσω και…»

-Συνάντησα εκείνον…

Άχμετ: Ο μπαμπάς μου… πού είναι ο μπαμπάς μου… ;

Τότε τον κοίταξα στα μάτια και του χάιδεψα το χέρι για πρώτη φορά, η ταπεινοφροσύνη του δεν του είχε επιτρέψει μέχρι στιγμής να με αγγίξει… Και τότε σκέφτηκα για πρώτη φορά πως…

«…η αξιοπρέπεια δεν χάνεται, μονάχα κατακτιέται· όλα τα άλλα είναι θέμα ηθικής…»

Άρωμα κανέλας, Κατερίνα Χατζηκυριάκου
Εικονογράφηση, Δημήτρης Αστερίου

Εκδόσεις Απόντας
Τιμοθέου 3, Παγκράτι



Έργα: Δημήτρης Αστερίου

Σχολιάστε υπεύθυνα: