[Η μάσκαρα] της Αστερόπης Λαζαρίδου

[Η μάσκαρα] της Αστερόπης Λαζαρίδου

  •  
  •  




Η Χριστίνα κι ο Θωμάς ήταν μαζί δέκα μήνες. Προτού μπει ο Θωμάς στη ζωή της, η Χριστίνα είχε μείνει πολύ καιρό μόνη της. Χρόνια ολόκληρα. Κάποιοι λένε ότι αυτό σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ή έστω πιο δυνατό. Ότι ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, ξέρεις ποιος είσαι κι όταν με το καλό γνωρίσεις κάποιον, θα ξέρεις ακριβώς τι θέλεις απ’ αυτόν. Κάπως έτσι ένιωθε η Χριστίνα για τον Θωμά. Στην αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση-όχι, δεν ήταν από εκείνα τα ζευγάρια που με το που κοιτάχτηκαν στα μάτια απλά ήξεραν ότι ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Η σχέση τους ήθελε δουλειά εξ’ αρχής. «Τον έχω εκπαιδεύσει!» έλεγε και ξανάλεγε με καμάρι η Χριστίνα, ενώ οι άλλοι, φίλοι και γνωστοί, κοιτούσαν με μια δόση ειρωνείας, αφού δεν έβλεπαν και πολλά σημάδια εκπαίδευσης πάνω του.

Ο Θωμάς ήταν αεικίνητος στα όρια της νευρασθένειας. Δεν μπορούσε να κάτσει ήσυχος ούτε λεπτό. Στο εστιατόριο, στην καφετέρια, στο κλαμπ, όπου κι αν πήγαιναν την έκανε ρεζίλι. Πήγαινε στα διπλανά τραπέζια, έκανε χαβαλέ με τους πελάτες, τα κορίτσια έβγαζαν κάτι μακρόσυρτους αναστεναγμούς-ήταν ωραίος ο άτιμος. Οι άντρες ψιλοθύμωναν, αλλά τον γούσταραν κιόλας. Είχε τον τσαμπουκά που εκείνοι έχασαν καθώς μεγάλωναν και κάποιος άγνωστος Χ μες στο κεφάλι τους, τους είχε επιβάλει να σοβαρευτούν και να γίνουν άνθρωποι.

Αλλά και στις ιδιωτικές τους στιγμές, ο Θωμάς δεν ήταν διαχυτικός. Η Χριστίνα συχνά του παραπονιόταν σα μάνα που βλέπει το γιο της να μεγαλώνει και να ξεκόβει μια για πάντα απ’ το φουστάνι της. «Αααχ βρε Θωμά, πόσα χάδια μου κανες στις αρχές και τώρα δεν μου κάνεις κανένα». Του φώναζε συχνά-εκείνος δεν μίλαγε. Αναισθησία που την έβγαζε απ’ τα ρούχα της. «Με κάνεις ρεζίλι! Μου χεις φάει τη ζωή! Θα σε παρατήσω και θα φύγω και μετά θα κλαις! Και μετά θα’ ρθω να σε βρω γιατί εγώ θα κλαίω ακόμα περισσότερο…» του είχε πει ένα βράδυ μπροστά σε όλους. Ολοι συγκινήθηκαν, εκείνος δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει. Ξενοκοίταγε κιόλας. Εκείνο το καλοκαίρι, μοιράστηκαν το ενοικιαζόμενο δωμάτιο στο Κουφονήσι με ένα κορίτσι από την ευρύτερη παρέα. Η Χριστίνα κι ο Θωμάς κοιμούνταν στο διπλό και η κοπέλα στο μονό. Μόνο που ο Θωμάς δεν κοιμόταν. Την έβγαζε στο μπαλκόνι ρεμβάζοντας τη Νάξο που φαινόταν απέναντι όπως τους είχε διαφημίσει ο Αλβανός ξενοδόχος. Και έριχνε και πολλές κλεφτές λιγωμένες ματιές στο κορίτσι που κοιμόταν στο μονό κρεβάτι. Πως φούσκωνε το στήθος της με κάθε απαλή αναπνοή, πώς μπλεκόταν το τυχερό σεντόνι ανάμεσα στα πόδια της, πόσο ήρεμη φαινόταν σε σχέση με την υστέρω τη δικιά του. Κάποια βράδια, πλησίαζε πολύ κοντά της και την παρατηρούσε. Πώς θα ταν αν την φιλούσε, αν την χάιδευε, αν παραμέριζε το λευκό σκληρό σεντόνι και βρισκόταν αυτός ανάμεσα στα ανήσυχα πόδια της. Δεν το τολμούσε όμως.

Το μόνο που έκανε, ήταν να πηγαίνει και να ξαπλώνει στο κρεβάτι της όταν εκείνη έφευγε για την παραλία. Ακουμπούσε το κεφάλι του στο μαξιλάρι της, χάιδευε τα σημάδια που είχε αφήσει η ξεραμένη μάσκαρα, μύριζε στο στρώμα το άρωμά της. Την Χριστίνα την ενοχλούσε αυτό και του το έλεγε: «κοτζάμ διπλό κρεβάτι έχουμε και πας και κοιμάσαι στο μονό ρε Θωμά; Και τι θα πει αν σε δει η κοπέλα;». Την κοπέλα δεν την πείραζε, κάθε άλλο. Μια φορά γύρισε απροειδοποίητα στο δωμάτιο, είχε ξεχάσει το κινητό της. Η Χριστίνα ήταν στο μπάνιο κι ο Θωμάς στο δικό της κρεβάτι. Την κοίταξε με κατεβασμένο βλέμμα σα να της λέει «μη με μαλώσεις, είναι πολύ ωραία εδώ». Εκείνη του χαμογέλασε, πήρε το κινητό της και ξαναβγήκε απ’ το δωμάτιο.
Οι μέρες και οι νύχτες στο νησί κυλούσαν αλλοπρόσαλλα. Δεν βοηθούσε κι η υπόλοιπη παρέα, που αντί να θέλει να ξορκίσει τον πολύ δύσκολο χειμώνα, ήταν σαν να τον κουβαλούσε μαζί της καλοκαιριάτικα. Οι άνθρωποι πρέπει να μαυρίζουν κάτω απ’ τον ήλιο για να κρύβουν τα σημάδια που τους άφησαν οι υπόλοιπες εποχές του χρόνου, όμως σπάνια το καταλαβαίνουν. Σύντομα όλοι στράφηκαν εναντίον του Θωμά. Είναι απροσάρμοστος, δημιουργεί προβλήματα, είναι ανεύθυνος, ήταν οι βασικές κατηγορίες. Η Χριστίνα έκλαιγε μπροστά τους, αλλά κανείς δεν νοιαζόταν. Ούτε καν το μήλον της έριδος, η Αυτού Μεγαλειότης, Θωμάς. Παρατηρούσε το πλοίο της γραμμής που ερχόταν κάθε δεύτερη μέρα ξεβράζοντας όλο και περισσότερο κόσμο στο λιμάνι, ξάπλωνε στην άμμο και κόμπαζε όταν όλοι-και κυρίως όλες-τον φώναζαν με τ’ όνομά του.

Το κρίσιμο βράδυ τα αστέρια φαίνονταν αφύσικα πολλά στον ουρανό, ή έτσι θέλουμε να τα θυμόμαστε. Σα να ήσουν εκδρομή στο Αστεροσκοπείο μέσα στον Αύγουστο, χωρίς δασκάλους, γονείς και κηδεμόνες. Η Χριστίνα είδε τον Θωμά να φιλάει την κοπέλα της παρέας στο μπαλκόνι. Εκείνη καθόταν στην καρέκλα κι αυτός γονατιστός μπροστά της, σα να της έκανε πρόταση γάμου, ερωτική εξομολόγηση ή και τα δύο μαζί. Ο Θωμάς είχε μισόκλειστά τα μάτια και της έγλειφε το γόνατο-δεν είχε προλάβει να ξεβγαλθεί από τ’ αλάτια κι αυτό του άρεσε ακόμα περισσότερο. Η κοπέλα του χάιδευε το κεφάλι σα να τον παρότρυνε να συνεχίσει.

Η ερωτική σκηνή διακόπηκε βίαια: «Θωμά τι κάνεις εκεί;;!!;;» ούρλιαξε η Χριστίνα. Ο Θωμάς δεν κουνήθηκε καν. Το κορίτσι έσπευσε να δικαιολογηθεί και για τους δύο: «δεν είναι τίποτα, απλώς ξαποσταίνει…». «Σίγουρα είναι καλά; Παθαίνει κρίσεις επιληψίας από μικρός, πέφτει κάτω, σ’ ακουμπάει με τα σάλια του και νομίζεις ότι σε φιλάει αλλά στην πραγματικότητα δεν σε φιλάει, αυτό δεν είναι;» τη ρώτησε η Χριστίνα. Το κορίτσι δεν απάντησε και ο Θωμάς βγήκε από την ανοιχτή πόρτα τρέχοντας. Σίγουρα δεν είχε επιληψία.

Οσα αστέρια κι αν υπήρχαν στον ουρανό ήταν ακόμη σκοτάδι και η Χριστίνα που έτρεξε ως συνήθως από πίσω του δεν μπορούσε να τον δει. Φώναξε άπειρες φορές τ’ όνομά του μέχρι που ένιωσε στο λαιμό της γεύση από αίμα. Ο Θωμάς είχε φύγει μια και καλή. Αφησε πίσω του τα πράγματά του. Την αγαπημένη του πορτοκαλί πετσέτα, το μπαλάκι του τένις, το δεκάμετρο λουρί του. Εκείνο που η Χριστίνα περνούσε χιαστί στο λαιμό της κάθε φορά που καθόταν κάπου για να φάει κι ο Θωμάς την έκανε να μοιάζει σαν τη γυναίκα του τσίρκου. Τη γυναίκα που έμενε πάντα στο παρασκήνιο, μόνη και θλιμμένη, γιατί ο άντρας της ζωής της είναι ένας σκύλος δέκα μηνών με αντρικό όνομα, ερωτευμένος με τη μικρή που κάνει τα ακροβατικά και κοιμάται πάντα χωρίς να ξεβάψει τη μάσκαρα.



Έργο: Zach Walsh

Σχολιάστε υπεύθυνα: