[Αθήνα, τώρα (και Χθες)] της Ναταλίας Κατσιμίγα Φίλια

[Αθήνα, τώρα (και Χθες)] της Ναταλίας Κατσιμίγα Φίλια

  •  
  •  




Στις μονοκατοικίες,
οι νοικοκυρές ανακατεύουν το κατακάθι με ευλάβεια ,
να αλλάξουν τύχη.
Το γυρίζουν ανάποδα.
Το κοιτάνε λοξά.
Η ερμηνεία παραμένει ίδια: Καταραμένη ανέχεια.
Δεν έχω χρόνο γι αυτή την υπόθεση, κανείς δεν έχει.
Μα οι ώρες να καλύψουμε παραμένουν άπειρες.
Και έτσι δώδεκα το μεσημέρι
περιφερόμαστε σαν τα περιστέρια, γύρω απ’ την πλατεία ,
εκείνη την μεγάλη, γυρεύοντας ψίχουλα.
Ψίχουλα και κάποιον να μοιραστούμε την κούπα, την σωστή.
Εκείνη την μια που θα λέει

Ναι!

απ’ όπου κι αν την κοιτάξεις. Ή έστω, Ίσως.

Στο δικό μου διαμέρισμα,
οι πίνακες κρύβουν
τους τοίχους που σιχάθηκα
και κρίνουν εμένα. Αυτό ήταν απ’ τα προαπαιτούμενα της συμφωνίας μας.
Υπέγραψα μ’ αίμα.
Τώρα,

Πάλι λάθος,

μουρμουρίζουν κάθε που στρέφω αλλού το βλέμμα..
Φαντάσου αυτό: Μια ημίγυμνη μπαλαρίνα και
ασπρόμαυρες σκάλες δίχως αφετηρία ή
τέλος,
να γνωρίζουν το καλύτερο,
για μένα.
Εγώ, πάλι, ακόμα δεν ξέρω
ποια απόχρωση του καφέ
καλύπτει τις κόρες των ματιών μου.

Μα ξυπνάμε στις οχτώ,
σαν τα τσουβάλια ριχνόμαστε στο Α7,
στην κόκκινη γραμμή,
στην μπλε,
να φτάσουμε, Εκεί.
Όπου, Εκεί.
Και ως τ’ απομεσήμερο σιχαινόμαστε ό,τι λίγο
μας έχει απομείνει απ’ τα ταμεία,
τους Άλλους
και την υπερανάλυση.
Μα είμαστε, εδώ. Ή σχεδόν. Και αυτό δεν είναι που μετράει;
(Όλο επαναφέρω το ερώτημα)
Ικετεύω για την κατάφαση – τίποτε άλλο δεν μου ‘μεινε
να χαρίζει κίνηση.

Και ποτέ δεν κατάλαβα αυτούς που φεύγουν, έτσι,
εθελοντικά.
Με κεφάλι στον φούρνο,
λαιμό στο σχοινί,
καρφωτή στο κενό (Εκείνους που το κάνουν ολόκληρο ζήτημα,
με κόκκινο
κόκκινο,
κόκκινο, παντού,
τους σιχαίνομαι).
Όλοι, πάσχουμε. Για τον Θεό πια! Όλοι.

Και αν δεν σπαταλούσες το μισό της ημέρας σου,
σε εικασίες για τ’ αύριο
κι’ εκείνο που έπεται αυτού,
θα μπορούσα κάτι λίγο ν’ αγαπήσω.

Αν.



Έργο: Κυριάκος Μαυρίδης

Σχολιάστε υπεύθυνα: