[ΚΟΥΝΕΛΟΤΡΥΠΑ] της Αστερόπης Λαζαρίδου

[ΚΟΥΝΕΛΟΤΡΥΠΑ] της Αστερόπης Λαζαρίδου

  •  
  •  




Αν αγαπήθηκα πολύ ε; Δεν ξέρω, τι να σας πω…Δεν έχω δαχτυλίδι σαν τις άλλες γιαγιάδες στο χέρι μου, ούτε άντρα από καιρό νεκρό για να του βράζω κάθε τόσο κόλυβα. Εχω όμως ιστορίες. Θέλετε να σας πω μία;

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κορίτσι που για τον έξω κόσμο ήταν είκοσι πέντε, μέσα του όμως ήξερε ότι δεν θα μεγάλωνε ποτέ. Το αγαπημένο του παραμύθι ήταν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Λούις Κάρολ. Επειδή αντί για πρίγκιπα που σε φιλάει για να σε σώσει είχε κουνέλι, που σε παρασύρει μια και καλή στην κουνελότρυπα κι άντε μετά να βγεις από κει μέσα.
Το κορίτσι αυτό, από πολύ νωρίς είχε καταλάβει ότι οι άντρες ήταν όλο λόγια, σου τάζανε τον ουρανό με τ’ άστρα κι εξαφανίζονταν. Της άρεσε να τους βλέπει να κομπάζουν, να κορδώνονται σαν πετεινοί που πρέπει να πάρουν στο δικό τους το κοτέτσι όσο το δυνατόν περισσότερες κοτούλες. Πού και πού, γινόταν κι αυτή κοτούλα και πήγαινε με το μέρος κάποιου κόκορα. Αλλά προτού αλέκτωρ λαλήσει τρεις, το σκαγε και γινόταν άφαντη απ’ το κοτέτσι.

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, βρέθηκε χωρίς καλά καλά να το καταλάβει σε μια αντροπαρέα. Ένα μπαρ κάπου στο κέντρο της πόλης, τσιγάρα, ποτά, γέλια, αυτοί κι οι κόκορές της. Τότε φάνηκε κάποιος που σε σύγκριση με τους άλλους τους ξιπασμένους, έμοιαζε με εξωτικό πτηνό. Σύντομα όλα και όλοι θόλωσαν γύρω τους και ήξεραν ότι ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο. Οι καλοθελητές ζηλιάρηδες έσπευσαν να αναφέρουν δήθεν τυχαία πάνω στην κουβέντα ότι αυτός είχε κοπέλα που τον περίμενε στο σπίτι. Αλλά η κοπέλα που τον κοιτούσε αντικριστά στο τραπέζι δεν πτοήθηκε. «Τώρα που θα φύγουν όλοι θα κάνω μια βόλτα μαζί του, αυτό είν’ όλο» σκέφτηκε. Ο Μάνος, Μάνο τον έλεγαν, ξέχασα να σας το πω, πάνε και χρόνια από τότε βλέπετε, ήταν πολύ ωραίος. Ψηλός, ξανθός με πράσινα μάτια και μια κορμοστασιά που σ’ έκανε να νιώθεις ασφάλεια, λες και ακόμα και η συντέλεια του κόσμου να γινόταν, θα πήγαινες και θα κρυβόσουν μέσα στην αγκαλιά του ώσπου να περάσει το κακό. Ζούσε στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη. Για να βγάζει το ψωμί και το φυστικοβούτυρό του, ήτανε λέει ντογκ γουόκερ, που σημαίνει ότι έβγαζε τα σκυλιά των άλλων βόλτα. Τα πήγαινε και στο γιατρό και στο κομμωτήριο. Αυτό τον έκανε στα μάτια της ακόμα πιο χαριτωμένο.

Ο Μάνος γελούσε όλη την ώρα κι εκείνη γελούσε μαζί του. Είχε ξετρελαθεί με τα λακκάκια της, έκανε πλάκα με το παράξενο όνομά της και έπινε συνέχεια. Ουίσκι, πολύ ουίσκι. Ξαφνικά άρχισε να φτερνίζεται μανιασμένα. Ολοι νόμιζαν ότι κάτι έπαθε, μόνο εκείνη γελούσε. Λες και καταλάβαινε κάθε λειτουργία του σώματός του, έτσι κι εκείνη τη στιγμή, σα να τον ήξερε από καιρό, κατάλαβε ότι ο Μάνος κάθε φορά που έφτανε στα όριά του με το ποτό, είχε μέσα του ένα αυτόματο κοντέρ που του λεγε «έι, ως εδώ! Μην πίνεις άλλο, θα σε χαλάσει!».
Πλήρωσαν, τους ξεφορτώθηκαν όλους όπως όπως και ξεκίνησαν τη βόλτα τους στην Αθήνα. Κατηφόριζαν την άδεια Βασιλίσσης Σοφίας και που και που κοντοστέκονταν είτε επειδή γελούσαν δυνατά, είτε επειδή ο Μάνος τρέκλιζε. Κάπου στα μισά της διαδρομής, την πήρε αγκαλιά. «Μην με φιλήσεις, άστο καλύτερα. Το ξέρω ότι έχεις κοπέλα» του είπε εκείνη και άρχισαν να φιλιούνται. Δεν φημιζόταν για την αυτοσυγκράτησή της, ούτε αυτός για τη δική του. Η προφορά του ήταν ελληνοαμερικάνικη και πότε πότε της πέταγε και γαλλικές λέξεις λόγω μαμάς Γαλλίδας. «Πρέπει οπωσδήποτε να σε ξαναδώ, πρέπει να συναντηθούμε αύριο» της έλεγε καθώς τη φιλούσε, ενώ εκείνη, ήδη εξουθενωμένη στα είκοσι πέντε της από αγόρια που λένε πολλά και ύστερα γυρίζουν στην κοπέλα τους, φαινόταν αποφασισμένη ότι πέρα από εκείνο το μυστήριο βράδυ, δεν θα είχαν καμία άλλη επαφή. «Μα αν δεν σε ξαναδώ, πώς θα ξέρω αν είσαι η γυναίκα της ζωής μου;» της είπε. «Αν ήμουν θα το ήξερες» του απάντησε κι από μέσα της αναρωτιόταν «τι σκατά λέω, τι σκατά θέλω, τι σκατά κάνω;».

Κάποια στιγμή, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, πέρασαν απέναντι. Ο Μάνος μέσα στο ποτό και την ερωτική ζαλάδα του, θεώρησε σωστό να δείξει σε όλους ότι ήταν τουρίστας. Με το που είδε τους τσολιάδες να ανηφορίζουν από το προδιαγεγραμμένο μονοπάτι τους, άρχισε να τραγουδάει με όλη του τη δύναμη ένα γερμανικό εμβατήριο. Η ερωτοχτυπημένη συνοδός του σκέφτηκε «πάει, αυτό ήταν, θα μας συλλάβουν, πριν από μία βδομάδα ξεκίνησα δουλειά και το αφεντικό μου θα μάθει ότι τα βράδια παρενοχλώ τσολιάδες». Προσπάθησε να τον συνεφέρει, τον σταμάτησε, άρχισαν πάλι να φιλιούνται και να τραβάει ο ένας το χέρι του άλλου, μέχρι που ο Μάνος έχασε την ισορροπία του και κρατώντας την γερά άρχισε να πέφτει κι έπεφτε κι αυτή μαζί του.
Εντάξει δεν έπεσαν και σε κανά φαράγγι, στην πραγματικότητα ήταν ένα ρηχό υπόγειο έξω απ’ το κτίριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Για μερικά πολύ κρίσιμα δευτερόλεπτα όμως, όσο ακριβώς κρατούσε η πτώση, εκείνη ένιωσε σαν την Αλίκη που πέφτει με το κόκκινο φόρεμά της μέσα στην Κουνελότρυπα και προσγειώνεται φαρδιά πλατιά πάνω στην κοιλιά του Κούνελου που είχε ξαπλώσει ανάσκελα και χασκογέλαγε μεθυσμένος. «Είσαι καλά; Χτύπησες;» τον ρώτησε όλο ανησυχία. Καλά ήταν. Πέρασε και το τεστ της Συντέλειας, μια χαρά την είχε προστατεύσει. Τον βοήθησε να σηκωθεί και μετά να καθίσει σε μία στάση λεωφορείου, λίγα μεθυσμένα βήματα πιο πέρα. Τώρα κανένας δεν γελούσε. Ηταν και οι δύο σοβαροί.

«Τι θέλεις από μένα; Αφού έχεις κοπέλα» του είπε λες και είχε βαλθεί να τον ξεμεθύσει με τα λόγια της. Την κοιτούσε σαν αγόρι ύψους 1.90 που έχει χάσει τη γαλλίδα μαμά του μες στο σκοτάδι και δεν έχει που να πάει: «δεν μιλάμε καν την ίδια γλώσσα και νιώθω ότι θέλω να σου πω τόσα πολλά…!!!». Μετά από αυτή του τη φράση τίποτα δεν είχε σημασία για εκείνη. Ηταν το ωραιότερο πράγμα που της είχαν πει, και θα της έλεγαν ποτέ. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήξερε ότι ακόμη κι αν δεν παντρευόταν, ακόμη κι αν δεν έκανε παιδιά, θα έβρισκε γιους, κόρες, και εγγόνια άλλων και θα τους έλεγε για τον Μάνο από την Αμερική που έβγαζε βόλτα σκυλάκια για να ζήσει κι ένα περίεργο βράδυ, την τράβηξε μαζί του στη Χώρα των Θαυμάτων.
Δεν τον ξαναείδε από τότε. Μίλησαν όμως ένα βράδυ στο τηλέφωνο. Εκείνη έμενε ακόμη στο πατρικό της. Εκλεισε την πόρτα του χωλ για να μην την ακούνε οι αδιάκριτοι γονείς της, πήρε το σταθερό τηλέφωνο αγκαλιά και στο άκουσμα της φωνής του, έπιασε τον εαυτό της, έτσι ξαφνικά και ασυναίσθητα, να γλείφει το ακουστικό, λες κι ήταν εκείνος. Της είπε εκατό φορές ότι ήθελε να την ξαναδεί κι εκείνη του απάντησε όχι. Ηθελε να κρατήσει ιερή μέσα της εκείνη τη βόλτα κι εκείνη τη φράση που της είπε στη στάση του λεωφορείου. Αν τον ξανασυναντούσε, κάτι θα χάλαγε, ήταν σχεδόν σίγουρη.

Μερικά χρόνια αργότερα, έμαθε ότι ο Μάνος παντρεύτηκε. Μια στο τόσο, πιάνει τον εαυτό της να ελπίζει πως κάποιος θα της πει ότι ο Μάνος χώρισε. Αλλά και πάλι, τι σημασία έχει; Κάποιοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή σου με τη δύναμη που θα δεις ένα αστέρι να πέφτει σε καθαρό ουρανό του Αυγούστου. Μπορεί να είσαι ο μόνος που το είδε, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σου συνέβη. Όπως η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, έτσι κι εκείνη, δεν έχει λοιπόν καμιά χειροπιαστή απόδειξη της περιπέτειάς της. Ούτε ένα απόκομμα εισιτηρίου, ούτε ένα αναμνηστικό. Μόνο που, ξέρω θα σας φανεί περίεργο, αλλά κάθε φορά που το παρακάνει με το ποτό, αρχίζει ξαφνικά και φτερνίζεται με μανία. Και τότε τον θυμάται και γελάει. Εκεί, μέσα στον καπνό, το αλκοόλ και τη δυνατή μουσική, σκέφτεται ένα διαφορετικό αγόρι που την πείραζε για τα λακκάκια της και το παράξενο όνομά της. Και πότε πότε, πηγαίνει εκπαιδευτική εκδρομή μόνη της. Περπατάει στη Βασιλίσσης Σοφίας, έτσι όπως την ανεβαίνεις στο δεξί σου χέρι, και στέκεται πάντα μπροστά από το ίδιο σημείο. Γιατί αυτό που για όλους τους άλλους είναι ένα ρηχό υπόγειο έξω απ’ το κτίριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για εκείνη είναι το μυστικό πέρασμα στην Κουνελότρυπα. Αν αγαπήθηκα πολύ ε; Δεν ξέρω, τι να σας πω…



Έργο: Isaiah K. Stephens

Σχολιάστε υπεύθυνα: