[Ο ἐ.ᾷυτός κι η ἐ.ᾷυτή] του Γιώργου Ερνέστο Μουρελάτου

[Ο ἐ.ᾷυτός κι η ἐ.ᾷυτή] του Γιώργου Ερνέστο Μουρελάτου

  •  
  •  




Ήρθε η ζωή και έτριψε τα σώματα αυτής της πλάσης σε ξένες αγκαλιές,
σα σκόρδο σε καυτό, τραχύ ψωμί,
ώσπου καράβια με κυπαρισί πανιά έφτασαν
και τα έζωσαν κυκλικά, για συντροφία.

Αυτή, απέφυγε το παντελές χάδι της νέας αλλαγής καθότι είχε κουραστεί
να γεννάει τα δύσμορφα μωρά των παρελθόντων μνηστήρων της,
που ήταν και δικά της.

Αυτός με τη φωτιά που τον έτρεφε η έλξη του,
ανταπέδιδε τις επιθέσεις στον έρωτα τον πολιορκητή,
ρίχνοντας του λάδι πυρωμένο από τα μπεντένια.

Αυτή τον τάιζε μικρές μπουκιές από τις σάρκες της,
για να συνηθίσει το μπλέξιμο των αιμάτων,
με ένα μακρύ καλάμι, πίσω από τα φύλλα, καθισμένη στις φτέρνες
και με μαλλιά μπλεγμένα, σαν αγρίμι.

Κι αυτός δεν ήξερε αν εκείνη χαιρόταν με τις διαφαινόμενες εικόνες των εκρήξεων
πίσω από τα μάτια του, που άφηναν τη γεύση βομβαρδισμένης πόλης
ή που με την κρύα της φωτιά καταλάβαινε πως δάμαζε ένα ακόμα ατσάλι.



Έργο: Αντωνία Γρίβα

Σχολιάστε υπεύθυνα: