[Αμεντέ ή πως να το ξεφορτωθούμε] του Ευγένιου Ιονέσκο στο Από Μηχανής Θέατρο

[Αμεντέ ή πως να το ξεφορτωθούμε] του Ευγένιου Ιονέσκο στο Από Μηχανής Θέατρο

  •  
  •  




Αμεντέ ή πως να το ξεφορτωθούμε του Ευγένιου Ιονέσκο στο Από Μηχανής Θέατρο

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπουγιούκας
Παίζουν: Κωσταντής Μιζάρας, Γεωργία Μουλαγιαννιού, Νίκος Ζωιόπουλος
Σκηνικά: Βάσια Εξάρχου
Κοστούμια: Βάσια Εξάρχου, Ηρώ Βαγιώτη
Φωτισμοί: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Επιμέλεια κίνησης: Αγνή Παπαδέλη Ρωσσέτου
Μουσική: Χρήστος Τριανταφύλλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Νάσια Μπουγιούκα
Φωτογραφίες/Video: Ανέστης Παρουσίδης

Λίγα λόγια για το έργο

Το Αθηναικό κοινό είχε την τύχη να απολαύσει το κείμενο του Ιονέσκο -Αμεντέ ή πως να το ξεφορτωθούμε- μετά από πολλά χρόνια. Το συγκεκριμένο έργο, έχει ανέβει άλλη μια φορά στην Αθήνα,το 1981, στο Εθνικο θέατρο.1. Δεν ξανανεβηκε από τότε, παρά μόνο σήμερα. Την ιδέα χαιρετίζει η πρωταγωνίστρια και παραγωγός της παράστασης Γεωργία Μουλαγιαννιού. Ο Ευγένιος Ιονέσκο ανήκει στην υπερρεαλιστική πορεία του θεάτρου, όπου την καλωσόρισε το κίνημα του Νταντά. Ο Ιονέσκο έγραφε κείμενα υπέρ της πραγματικότητας, με μια σαρκαστική διάθεση που καυτηρίαζε την κοινωνική πολιτική της μεταπολεμικής περιόδου. Με τον Αμεδαίο, ο συγγραφέας ξεφεύγει για πρώτη φορά από τα πολιτικά και εισέρχεται στα ιδιωτικά λημέρια ενός ζευγαριού. Όπως εικάζει ο Εσσλίν στο βιβλίο του: “Ο Αμεδαίος ή πώς να το ξεφορτωθούμε” (Amedee ou comment s’ en debarasser), είναι ένα έργο, στο οποίο ο Ιονέσκο κάνει την πρώτη προσπάθεια να γράψει μια κωμωδία με μία και μόνη κεντρική ιδέα και μια απλή, πολύ απλή, από μόνη της φανερή εξέλιξη” 2. Η παράσταση μας καλωσορίζει στον όμορφο χώρο του Από Μηχανής. Η πολύχρωμη τοιχογραφία που βρίσκεται στην είσοδο του θεάτρου, συνεχίζει σαν ενιαία τοιχογραφία με τα σκηνικά και τα κουστούμια της παράστασης (σκηνικά: Βάσια Εξάρχου,κοστούμια: Βάσια Εξάρχου, Ηρώ Βαγιώτη).Μια άκρως παιχνιδιάρικη και χαρούμενη ατμόσφαιρα του έργου και ιδιαίτερα της παράστασης.

Είναι μια κωμωδία σε τρεις πράξεις, με μια πολύ απλή πλοκή. Γράφτηκε το 1954 και περιγράφει την ζωή ενός “ασυνήθιστου” ζευγαριού. Ασυνήθιστου, διότι ζει μια ζωή με ρυθμό καρδογραφίας και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην κρεβατοκάμαρα τους φιλοξενούν ένα πτώμα. Ο Ιονέσκο στήνει έναν φαντασμαγορικό κόσμο γεμάτο απροσδόκητες εξελίξεις. Δείχνει τα πάντα, ακόμα και τα “κακώς κείμενα” ενός γάμου, υπό το πρίσμα του ιδιαίτερου χιούμορ του. Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο της παράστασης μας παρουσιάζει: “Ο Αμεντέ Μπουτσινιόνι και η σύζυγός του Μαντλέν, ζουν κλεισμένοι στο διαμέρισμά τους εδώ και δεκαπέντε χρόνια, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Η αιτία για την απομόνωσή τους αυτή είναι ένα πτώμα που κρύβουν στην κρεβατοκάμαρα, παρότι κανείς δεν θυμάται πως βρέθηκε εκεί. Όταν το πτώμα αρχίζει να μεγαλώνει, τόσο ώστε να σπάει τους τοίχους, ο Αμεντέ αποφασίζει επιτέλους να το ξεφορτωθεί. Το έργο επικεντρώνεται στη φθορά του χρόνου και στο τέλος του έρωτα. Σχολιάζει το αδιέξοδο της δημιουργίας, τον εγκλεισμό και τον φόβο που μεγαλώνει μέσα μας. Οι ήρωες του Ιονέσκο, μέσα από τον παράλογο κόσμο τους, μιλάνε με χιούμορ και σαρκασμό για το σήμερα.”. 2 Να σημειωθεί ότι το κείμενο δεν παρουσιάζεται ολόκληρο στην παράσταση, γνωστή πρακτική του συγγραφέα.

Η παράσταση

Το ροζ χρώμα κυριαρχεί στην αίθουσα και πηγάζει από τα σκηνικά της παράστασης, με αποτέλεσμα να σε προετοιμάζει θετικά. Ωσαν να ακολουθεί οσονούπω ένα παιδικό παιχνίδι.Μια τσιχλόφουσκα που φουσκώνει μέχρι να σπάσει… Πράγματι, πρόκειται για έναν γρίφο, για ένα “αστείο”, ένα παιχνίδι για το πότε και πως ο Αμεντέ και η Μαντλέν θα καταφέρουν να ξεφορτωθούν το πτώμα που βρίσκεται κάτω από το κρεβάτι τους. Την Μαντλέν την υποδύεται η Γεωργία Μουλαγιαννιού. Μια σχετικά νέα παρουσία στον χώρο του θεάτρου. Η Μουλαγιαννιού παρουσιάζει την Μαντλέν ως μια έξυπνη και νέα γυναίκα Ένα μεγάλο κορίτσι, που για την ακρίβεια, ξεφεύγει πέρα από το “ελληνικό” σύνηθες ή καλύτερα πατάει πάνω στα κοινωνικά στερεότυπα περί ζευγαριού. Έχει πάρει η ίδια τον έλεγχο, το πάνω χέρι στην σχέση, με δύναμη και αποφασιστικότητα. Η Γεωργία Μουλαγιαννιού φέρει μια απίστευτη αινιγματική χαρά και παιδιάστικη απορία με τις υπέροχες εκφράσεις του προσώπου της. Η ίδια παρουσιάζει μια πρωτότυπη υποκριτική αποστασιοποίηση. Πρωτότυπη, διότι, ενίοτε είναι και δεν είναι αποστασιοποιημένη στον ρόλο της και στο πως προσεγγίζει τον σύζυγό της. Βέβαια, δεν ξέρω αν αυτή η μέθοδος οφείλεται στις οδηγίες του σκηνοθέτη της- ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι βγήκε από τον χώρο του κινηματογράφου, και το Αμεντέ αποτελεί την πρώτη του θεατρική δουλειά-. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η πρωταγωνίστρια το υποστηρίζει επιτυχώς και το φέρνει στα μέτρα του ρόλου, ωσάν ένα υποκριτικό παιχνίδι (αποστασιοποίηση ή μη). Από την άλλη ο Αμεντέ, που τον υποδύεται ο επίσης νέος Κωνσταντής Μιζάρας, σκεπάζει γελοιογραφικά όλο το μήκος και το πλάτος της σκηνης. Με το ύψος του και την γελοία ρόμπα του περιφέρεται πάνω – κάτω στην σκηνή για να βρει λύση στο πρόβλημα τους. Ένας μικρός γίγαντας με ρόμπα. Η Μαντλέν εκτός από το πτώμα που έχει να αντιμετωπίσει, έχει να φροντίσει και το μεγάλο παιδί της , τον Αμεντέ.

Τα αφρολέξ μανιτάρια, κομμένα σε σχήμα μανιταριού και χρωματισμένα με πράσινο και ροζ, αποτελούν έξυπνα και χριστικά σκηνικά αντικείμενα για την σκηνή και για τους ηθοποιούς (σκηνικά: Βάσια Εξάρχου). Ως επί το πλείστον, υπογραμμίζουν την παιδιάστικη ατμόσφαιρα του έργου. Τα μανιτάρια πολλαπλασιάζονται επί σκηνής, για να κάνουν αισθητό στο κοινό το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ζευγάρι. Πρόβλημα που μεγαλώνει τόσο σε μέγεθος- το πτώμα- όσο και σε κλίμακα- τα προβλήματα του ζευγαριού. Το πτώμα, επιπλέον, μεγαλώνει με ταχύτατους ρυθμούς. Η ξαφνική επιμικυνση του πτώματος , τρομάζει το ζευγάρι, το αναστατώνει, το φέρνει σε αμηχανία, το προβληματίζει. Το πτώμα, λοιπόν, δείκτης των προσωπικών προβλημάτων του ζευγαριού. Με αποτέλεσμα, ο Αμεντέ και η Μαντλέν να σκαρφίζονται ιδέες πως θα ξεφορτωθούν το πτώμα.

Η αναπαράσταση και η επιμίκυνση του σώματος, πτώματος πάνω στην σκηνή, καταλήγει σε μια αμηχανία. Η ζωντανή παρουσία του πτώματος -Νίκος Ζωιόπουλος- σε όλη την τελευταία πράξη του έργου δεν αποτελούσε και την καλύτερη επιλογή. Οι μωρουδιάστιικες εκφράσεις που παίρνει ο Ζωιόπουλος ως μωρό-πτώμα με επιπλέον την αντιαισθητική ένδυση του με μια τεράστια μπλε ολόσωμη μωρουδιακή φόρμα, δίνουν στο έργο στοιχεία επιθεώρησης. Γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα, να σπάει το ευφυέστατο, υπερεαλλιστικό και ιδιαίτερο χιούμορ του κειμένου. Θα μπορούσε κάλλιστα τα τεράστια πόδια τα οποία μεγαλώνουν και κάνουν αισθητή την παρουσία του πτώματος, να ήταν εκεί μόνο ως στατικά σκηνικά αντικείμενα. Οι ηθοποιοί, ευτυχώς, στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και απεφυγαν με μαεστρία την αμήχανη και μετωπική “σύγκρουση” με την παρουσία-πτώμα, το οποίο περιφερόταν γύρω τους στην τελευταία διάρκεια του έργου.

Το έργο φέρνει επιτυχώς στο επίκεντρο σημερινά προβλήματα.Η οικονομική κρίση και η αποξένωση του ζευγαριού, είναι ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα. Όπως η Μαντλέν είναι η μόνη που δουλεύει και φέρνει λεφτά στο σπίτι, ενώ ο Αμεντέ είναι ένας κουρασμένος συγγραφέας που χρόνια τώρα έχει σταθεί και επεξεργάζεται την φράση: “15 χρόνια δεν κατάφερε να γράψει παραπάνω από: η Γριά στον Γέρο: “Λες να τα καταφέρουμε;…Ο Γέρος στην Γριά “Δεν θα είναι καθόλου εύκολο”. Ο Μιζάρας με επιτυχία ξεστομίζει την συγκεκριμένη φράση κλέβοντας την παράσταση για λίγο, ενώ το κοινό ξεκαρδίζεται στα γέλια. Θα μπορούσαμε άνετα στην θέση τους να φανταστούμε ένα σημερινό νέο ζευγάρι στην ίδια ακριβως κατάσταση με τους πρωταγωνιστές. Το χιούμορ, όμως, που πηγάζει από το κείμενο και τις σωματικές εκφράσεις των ηθοποιών σε προβληματίζει ευχάριστα. Δεν υπάρχει χρόνος και χώρος για αρνητικές σκέψεις. Επίσης, η αντικατάσταση της φράσης “στην Αθήνα” αντί “στο Παρίσι“, μας φέρνει στον σημερινό τόπο και χρόνο, μας κάνει να ταυτιζόμαστε και να νιώθουμε οικεία που εισβάλλαμε στον ιδιωτικό χώρο του ζευγαριού. Η μουσική επιλογή του Χρήστου Τριανταφύλλου σε εισάγει σε αυτό το μεγάλο, σουρεαλιστικό και παιχνιδιάρικο αστείο που θα στηθεί πάνω στην σκηνή. Η σύγχρονη τζάζ μουσική προεκτείνει την ατμόσφαιρα του πρότζεκτ της παράστασης. Η εξαίσια επιλογή της σχεδίασης του πόστερ της παράστασης, τονίζει τόσο την ποπ αισθητική της παράστασης όσο και την γαλλική καταγωγή του κειμένου.Μια αφίσα, που λες και ήρθε κατευθείαν από την πλανόδια αγορά του Παρισιού.

Μια ευχάριστη και αισθητική παράσταση που υποστηρίχθηκε επιτυχώς και εις το έπακρον από τους συντελεστές της παράστασης. Ευχάριστη η πρωτοεμφανιζόμενη παρουσία των ηθοποιών, αλλά και η πρωτότυπη επιλογή του συγκεκριμένου έργου του Ιονέσκο,που συστήθηκε στο κοινό. Γεγονός, που φανερώνει ότι το Αθηναικό θεάμων κοινό “φωνάζει” να παρουσιάζονται κείμενα που δεν έχουν παιχτεί τόσο συχνα ή σχεδόν καθόλου. Έχουμε κουραστεί από τον Γλάρο (Άντον Τσέχωφ), από το Crave (Sarah Cane) και Το μεγάλο μας τσίρκο (Ιάκωβος Καμπανέλλης), παρ’ότι προκειται για εξαιρετικά θεατρικά έργα, αλλα η επαναλαμβανόμενη αναπαράστασή τους θα κουραζε ακόμα και τους ιδιους τους συγγραφεις.

Έξι τελευταίες παραστάσεις
Παρασκευή – Σάββατο στις 22:15
Διάρκεια: 85’
Γενική Είσοδος: 12€ / Μειωμένο: 8€ / Κάρτα Ανεργίας: 6€
Από Μηχανής Θέατρο | Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο | τηλ. 2105237297

* Μαρία-Ευθυμία Γιαννάτου- Θεατρολόγος


Παραπομπές:

1. Ψηφιοποιημένο αρχείο Google [(http://www.nt-archive.gr/playDetails.aspx?playID=12)].
2. Έσλιν Μάρτιν, <<Το θέατρο του Παραλόγου>>, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1962.

Σχολιάστε υπεύθυνα: