[Τρεις με τέσσερις Νοεμβρίου] του Μάξιμου Τρεκλίδη

[Τρεις με τέσσερις Νοεμβρίου] του Μάξιμου Τρεκλίδη

  •  
  •  




στον Γκέοργκ Τρακλ

Έναν αιώνα αργότερα, νύχτα γαλάζια,
ψύχος, μοναξιά κι ακόμη φρίκη,
των ιδρυμάτων τα γρανάζια
αναβαλλουνε την προσωπική μου Δίκη

Σαν βγαινω ελάχιστα να περπατησω
νιώθω παράνομος, σα να έχω
διαπράξει έγκλημα μεγάλο. Κοιτάζω πίσω
το έγκλημα: να υπάρχω, τίποτε άλλο.

Γνωρίζοντας καλά τον εαυτό μου:
Η αυτοκτονία μοιάζει όσια καλοσύνη
όπως κι ή σωτηρία του τρόμου
φαίνεται να ‘ναι της ψυχής ελεημοσύνη.

Ο κόσμος είναι δίκαιος, υπάρχουν όλα,
ακόμη και το δυσμοιρο κορμί μου,
οι πόνοι μου σε καραμπολα,
μια τροχιά ενός παράξενου εθίμου.

Ενός φανταστικού εθίμου, τακτικού,
καθώς ασυναίσθήτως περπατώ,
μολις ή εμφάνιση εκείνου του λευκού
αχού – με θλιβει, καθώς με απατώ.

Πληρώνω την ελάχιστη αγάπη,
φεύγω παράλληλος της εποχής μου
σ’ αυτόν τον κόσμο δεν βρήκα υγειά, πι-
θανόν ήταν θανάσιμη ή κάθε εκδοχή μου.

Ίσως ακόμη δικάζομαι απ’ την απουσία
των κατηγοριών μου -δεν μ’ απασχολεί καθολου-
ερημοδικώ στα οράματα – ή όλη ουσία
να χανομαι σαν όνειρο κακού ονειροπόλου.



Έργο:Μάριος Τρίχας

Σχολιάστε υπεύθυνα: