[Άνθρωπε] της Μιράντας Διακουμάκη

[Άνθρωπε] της Μιράντας Διακουμάκη

  •  
  •  




Σαν τον ιδρώτα θολή είναι η φτιαξιά σου
και η χαρά σου
ηχεί με πένθιμη φωνή και με μπερδεύει.

Δήθεν φοβάσαι να πονέσεις, μα κάθε που ανατέλλει ο ήλιος νοικιάζεις ανάσες απ’ τον Κάτω Κόσμο.
Σου είπαν ότι ρουφώντας σκοτάδια, κερδίζεις ζωές.
Και τους πίστεψες. Ακόμα τους πιστεύεις.

Με περισσή αφέλεια ξοδεύεις τον χρόνο σου ταΐζοντας την μαύρη σκιά.
Κι αυτή όλο και φουσκώνει.
Το ανάστημα υψώνεται.
Προς το έδαφος, κι ας μην το καταλαβαίνεις.

Σε στιγμές φθηνής συνειδητότητας κάνεις πως την ξορκίζεις.
Ξεγελιέσαι.
Τελικά, την συνηθίζεις.

Λες πως οι Μοίρες έφτιαξαν ξεκούρδιστα παιχνίδια για την κούνια σου.

Και σαν φανεί το φως, ζαρώνεις το βλέμμα.
Αντιδράσεις βρικολάκων.

Μπαίνεις στο χώμα.
Γίνεσαι καθρέφτης.

Φοράς μάσκα πάνω απ’ την μάσκα.

Για σένα: ένστικτο επιβίωσης.
Για μένα: διπλή στρώση πανικού.

Μα
ό, τι κι αν κάνεις
το λευκό βρίσκει χαραμάδες για να περάσει.
Αιώνια ευρηματικό.
Οι αντιστάσεις σου καίγονται.
Στην αρχή έκσταση, μετά δυσπιστία.
Απιστία.
Σαν δασκαλεμένος εργάτης αρχίζεις να ξεχαρβαλώνεις τις αχτίδες του μία-μία.
Ούτε που λογαριάζεις τον κόπο σου.
Μία προς μία.

Περνούν λίγα μόνο λεπτά για ν’ αποφασίσεις ότι το φως ήταν ψευδαίσθηση.
Βολέματα του Νου.
Ποιος να σε ξυπνήσει;
Μεταδοτική η δυστυχία.
Ποιος να σε πιάσει απ’ το χέρι και να σου πει
«Ρε φίλε, είναι ωραία η ζωή!»;

Ίσως και να είναι,
αλλά τόσο φως δεν αντέχεται…



Έργο: Αναστασία Μικρού

Σχολιάστε υπεύθυνα: