[ Εις το επαναδεί] του Σωτήρη Διαμάντη

[ Εις το επαναδεί] του Σωτήρη Διαμάντη

  •  
  •  




Άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε το δικό του που ήταν πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων. Την κοίταξε στα μάτια και απλά χαμογέλασε μέσα στην γενική μικρή λύπη της σκηνής. Το μικρό ασημί αυτοκίνητο κινούταν στην εθνική οδό πηγαίνοντας προς βόρεια αλλά όχι ακριβώς βόρεια, μάλλον τα πιο νότια βόρεια που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί σε ένα τόπο όμορφο ένα τόπο που είχε μεγαλώσει την Αθηνά από μικρό κορίτσι.

Δεν ήταν πολύ μακριά αλλά ούτε και πολύ κοντά στον προορισμό τους και η Αθηνά έπαιζε όπως συνήθιζε με το ραδιόφωνο χαλώντας τους σταθμούς του Διονύση. Είχαν μια αρκετά διαφορετική άποψη ως προς το τι ήταν καλή μουσική. Αυτό χιπ χοπ της Γκόλντεν ερα και αυτή λάτρης του παλιού λαϊκού αλλά και του κλασικ ροκ ερχοντουσαν σε διαφωνία ωστόσο περνούσε η άποψη της συνήθως. Απόψε όμως, απόψε ήταν αλλιώς απόψε του έκανε όλα τα χατίρια χωρίς να κάνει τις μικρές ακίνδυνες αλλά τόσο απαραίτητες τρέλες της.
Ήταν κάτι παραπάνω από μεσάνυχτα την ώρα που βρισκοντουσαν στο δρόμο και η κουβέντα πήγαινε στην αυριανή μεγάλη μέρα του Διονύση. Τα πως και τα πρέπει που έπρεπε να ακολουθησει για να προσαρμοστεί καλυτέρα στα νέα δεδομένα της ζωής του γι αυτά τα δεδομένα που θα έπρεπε να τον κρατήσουν κατά κάποιο τρόπο μακριά από την Αθηνά για 9 μήνες περίπου μια υποχρέωση εντελώς άχρηστη για το σκεπτικό του αλλά και αναπόφευκτη γιατί την ζωή τους.
Ο Διονύσης σχεδόν μέσα στην γκρίνια για όλο αυτό που έπρεπε να συμβεί σονυ και ντε να κινδυνολογεί χωρίς αφορμή χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο χωρίς να τον έχει προκαλέσει καν η κοπέλα. Ήταν από το άγχος του ήταν που θα τους έλειπε ήταν που θα αργούσε να δει τα όμορφα καστανά της μάτια ξανά ήταν που έπρεπε να πει εις το επαναδεί και αυτό δεν ήταν καθόλου αγαπημένη ατάκα για την λογική του. Η Αθηνά από την άλλη συγκαταβατική και καθησυχαστική του έδινε δύναμη με τον δικό της τρόπο βάζοντας το χέρι της στο στόμα του και σταματώντας τον κάθε φορά που γινόταν υπερβολικός.

Δεν ήταν καιρό μαζί τα παιδιά ωστόσο είχαν κάτι το ιδιαίτερο κάτι που θα ζήλευε ο καθένας κάτι το μοναδικό μια μοναδική αύρα που τους περιέβαλε και τους δυο και τους περιέβαλε μαζί και τους κρατούσε κοντά εν τέλη.

Φτάσαμε λοιπόν στον προορισμό τους κάτω από το σπίτι της Αθηνάς. Η ώρα 1 το βραδύ και ο Διονύσης έπρεπε πριν το ταξίδι του το πρωί να πήγαινε και στον οδοντίατρο όμως δεν το ένοιαζε καθόλου το αν θα κοιμηθεί η όχι. Το μόνο που ήθελε ήταν λίγες στιγμές ακόμα μαζί της. Την κοιταζε, ομορφη καθώς ήταν, καστανή με αρκετά λευκό πρόσωπο όμορφα στρόγγυλα μάτια σαρκώδη χείλη και μια μικρή μύτη σχετικά που έμοιαζε λίγο με αυτές από τα γουρουνάκια. Μια τέλεια εικόνα γι αυτόν η τέλεια ζωγραφιά για την σκέψη του στις δύσκολες μέρες που θα ακολουθουσών. Αυτή από την άλλη έκανε ακριβώς τον ίδιο τον κοίταζε κουρεμένο πλέον υπερβολικά ένα όμορφο πρόσωπο με στρόγγυλα καστανά μάτια και αυτός όμορφα χαρακτηριστικά. Έμειναν εκεί και κοιτιόντουσαν σαν να μην είχαν δει ο ένας τον άλλο ποτέ σαν να μην είχαν περάσει τις τελευταίες 20 μέρες κάθε μέρα μαζί κάθε μέρα των γιορτών μαζί και πάει λέγοντας. Ήταν απλά πάθος ότι πιο πολύ είχαν και οι δυο ο ένας για τον άλλο.

Η βραδιά πολύ κρύα και οι δυο τους πλέον να φιλιούνται και να αγκαλιάζονται μέσα στο αυτοκίνητο με την σκηνή του αποχωρισμού να γίνεται πολύ δύσκολη και επώδυνη και για τους δυο διότι πολύ απλά κανείς δεν ήθελε να κάνει την πρώτη κίνηση για να φύγει και να σταματήσει όλο αυτό. Κανένας δεν το έκανε και καστανέ εκεί τουλάχιστον μισή ώρα πριν το πάρουν απόφαση.

– Αγάπη μου πρέπει να φύγω. Είπε ο Διονύσης εμφανώς συγκινημένος.
– Άλλο λίγο να μείνω εδώ μαζί σου. Σχεδόν τον παρακάλεσε η Αθηνά. Ωστόσο συνέχισε. Έχεις δίκιο πρέπει να πας να κοιμηθείς και εγώ σπίτι.
– Πως θα την παλέψω ρε γαμωτο. Είπε ο Διονύσης.
– Θα σκέπτεσαι εμένα. Απάντησε αμέσως με χαμόγελο και νάζι η Αθηνά.

Γέλασαν και οι δυο και αγκαλιάστηκαν έξω από το αυτοκίνητο πλέον σε μια άλλη λογική τώρα.
Θα μου λείψεις καρδία μου. Είπε ο Διονύσης.

– Αυτό εννοείται. Απάντησε. Φεύγω πάω σπίτι.
– Σ αγαπώ. Της είπε κοιτώντας την κατάματα και πιάνοντας της το κεφάλι και με τα δυο του χέρια.
– Και εγώ σ αγαπώ μωρό μου καλή θητεία. Του απάντησε και τον φίλησε όσο πιο γλυκά και παθιασμένα δεν είχε κάνει ποτέ μέχρι τότε.

Ήταν ένα ποιητικό φιλί κάτι παραπάνω από τα συνηθισμένα κάτι για να θυμάται ο ένας τον άλλο μια ένταση δίχως σταματημό. Μια ιδιαίτερη αίσθηση που μοιραζόντουσαν μόνο οι δυο τους. Ένα φιλί με όνομα και υπογραφή.

Περίμενε να μπει στην πόρτα της και μετά μπήκε και ο ίδιος στο αμάξι φανερά συγκινημένος. Το πρωί έπρεπε στις 11 να παρουσιαστεί στο Ναύπλιο και όσο να ναι ήταν αρκετός ο δρόμος και η κατάληξη αβέβαιη, αύριο άρχιζε ένα κεφάλαιο στην ζωή τους όχι ακριβώς δύσκολο αλλά περίεργο μια ταλαιπωρία 9 μηνών. Εις το επανιδεί είπε κοιτώντας προς το μπαλκόνι της έβαλε μπροστά και ξεκίνησε.



Έργο: Χρίστος Τσιμάρης

Σχολιάστε υπεύθυνα: