[ Εκείνο το χαμόγελο……] του Σωτήρη Διαμάντη

[ Εκείνο το χαμόγελο……] του Σωτήρη Διαμάντη

  •  
  •  




Οι ματιές κλεφτές διαδέχονταν η μια την άλλη. Καθοντουσαν σε διπλανά τραπέζια ωστόσο ήταν αγκαλιά στην ψυχή τους. Κανείς γύρω τους δεν ήξερε τι συνέβαινε εδώ και λίγες μέρες στην ζωή τους, ήταν αυτό το καταραμένο το λάθος της που δεν άφηνε ούτε εκείνη ούτε εκείνον να το εκμυστηρευτούν σε κανέναν κοντά τους ότι ήταν πάλι μαζί. Το ξέραν οι ίδιοι όμως και αυτό τους ήταν αρκετό ήταν το πάθος τους βλέπεις αυτό που από την πρώτη στιγμή του υποκινούσε που τους γαλουχούσε που τους ζούσε. Ένα apriori συναίσθημα σαν από πάντα μέσα τους που τους έφερε κοντά όποια και αν ήταν η δυσκολία όσο σκατενια και αν είχαν γίνει τα πράγματα πριν από λίγο καιρό σαν σφουγγάρι έσβηνε τον πίνακα και το μόνο που αναζητούσαν ο ένας από τον άλλο ήταν ένα παθιασμένο φιλί οπουδήποτε μπορούσε να γίνει αυτό(στην προκειμένη στην τουαλέτα του μαγαζιού), ζούσαν παράνομα και σαν λυκειοπαιδα και αυτό ήταν ακόμα πιο ζωντανό για τους δυο τους.
Το σκηνικό απόψε όμως ήταν δύσκολο για τέτοια πράγματα. Γεμάτο μαγαζί όλοι οι οικείοι τους τριγύρω ένα ματς tichu και ένα ματς ποδοσφαίρου στην τηλεόραση και μάλιστα με την επίσημη αγαπημένη εθνική ποδοσφαίρου να παίζει πρόκριση. Σκηνικό περίεργο αλλά οι ματιές ματιές. Ο Σωκράτης καθόταν σε ένα τραπέζι διπλά στην πόρτα του μαγαζιού μαζί με τον Γρηγόρη τον Διονύση τον Κυριάκο και τον Γεράσιμο ενώ η Ελπίδα κεντρικά κοντά στο μεγάλο σκαλοπάτι που χώριζε το πάνω από το κάτω μέρος του μαγαζιού μαζί με την Πεπη και την Ελίνα. Είχαν μια κάποια απόσταση αλλά όχι τέτοια που να μην τον αφήνει να ξεχωρίζει τέλεια τα όμορφα καστανά ματιά της η το άσπρο υπέροχο δέρμα της όπως δηλαδή και τα καστανά μακριά μαλλιά της και εκείνο το χαμόγελο της που κλεφτά του χάριζε κάθε λίγο και λιγάκι. Βέβαια όλα αυτά παρεμβάλλονταν από τον σχολιασμό των υπολοίπων, βλέπεις έπαιζαν αγώνα tichu ο Κυριακός και ο Γεράσιμος εναντίον της Πεπης και της Ελπίδας. Πήγαινε το κράξιμο σύννεφο. «Που να ξεραν» σκεπτόταν μέσα του ο Σωκράτης.
Το ίδιο πράγμα πάνω κάτω συνέβαινε και απέναντι με την Πεπη να είναι εντελώς πολέμια απέναντι στον Σωκράτη και τους άλλους και να θέλει οπωσδήποτε να κερδίσει. Από την άλλη κάτι παρόμοιο με το Σωκράτη σκεπτόταν η Ελπίδα μέσα της εκείνη την ώρα καθώς τον κοίταζε έτσι ξανθό και γαλανομάτη και συνειδητοποιούσε ότι είχε ωραίο παιδί δίπλα της, όπως του είχε παραδεχτεί σε ένα μήνυμα στο κινητό.
Μετά από λίγο πλέον είχαν ξεκινήσει το παιχνίδι τους ενώ από την άλλη μεριά είχε ξεκινήσει και το παιχνίδι του ποδοσφαίρου στην τηλεόραση. Είχαν μετακινηθεί οι τέσσερις τους διπλά από τον τραπέζι των αγοριών για να βολεύονται στο παιχνίδι. Πλέον οι δυο τους ήταν σε απόσταση αναπνοής. Έδιναν ξεκάθαρα στόχο πλέον σε όλους ωστόσο όλοι ήταν αρκετά στον κόσμο τους για να το πιάσουν. Ήταν τόσο απολαυστικό να βρίσκονται 8 άτομα μέσα σε 2 μέτρα χώρο ωστόσο 2 από αυτά να είναι στον δικό τους κόσμο. Εκεί ήταν που ο Σωκράτης ήθελε να σηκωθεί και να πει «Την αγαπώ» μπροστά σε όλους αλλά του είχε ζητήσει να μην το κάνει και σεβάστηκε αυτό σεβάστηκε αυτό που ήθελε εκείνη σεβάστηκε κάτι τέτοιο και ήταν από της πρώτες φορές στην ζωή του, τον άλλαζε ξεκάθαρα αυτό το κορίτσι και αυτό το ήθελε και το απολάμβανε.
Το ματς είχε φουντώσει και στα 3 μέτωπα. Από τη μια η Ελπίδα είχε τρομερό φύλο από την άλλη και η εθνική πίεζε για γκολ και τέλος άρχισαν να γίνονται αντιληπτές οι ματιές τους από τους γύρω διότι πλέον δεν κρατούσαν καμιά πισινή. Το πρώτο αποτέλεσμα όχι επιστημονικά τεκμηριωμένο αλλά μεταξύ τους της τύχης που έφερνε ο ένας στον άλλο όταν ήταν κοντά Σωκράτης και Ελπίδα, το άλλο απόρροια της καλής κατάστασης της εθνικής και το τρίτο αποτέλεσμα του πάθους τους. Έχοντας περάσει λίγη ώρα πλέον μπαίνει γκολ και σηκώνεται όλο το μαγαζί στο πόδι μαζί με αυτούς και ο Σωκράτης ο όποιος πετάχτηκε όλο χαρά πάνω να πανηγυρίσει κάνοντας μια μικρή στροφή και ολοκληρώνοντας την στροφή αυτή συνάντησε το βλέμμα της για πολλοστή φορά εκείνη την βραδιά αλλά τόσο ιδιαίτερη τόσο σημαντική σαν να πάγωσε ο χρόνος τον κοίταξε και τους χαμογέλασε με έναν τρόπο που δεν είχε ξανακάνει και που ίσως να μην ξαναέκανε ποτέ. Ήταν ένα δευτερόλεπτο αλλά ήταν σαν ολόκληρη μέρα γι αυτόν. Τόσο υπέροχο τόσο εκθαμβωτικό έπαιρνε ενεργεία από την δίκια του χαρά και την έστελνε πάλι πίσω σε αυτόν, σε μια αέναη ανταλλαγή συναισθημάτων που τους έβγαζε νικητές και τους δυο.
Μέσα σε λίγες στιγμές όλο αυτό είχε καταλαγιάσει, πλέον το ματς συνεχίστηκε και έληξε ισόπαλο, στο tichu κέρδισαν τα κορίτσια, ο κόσμος άρχισε να φεύγει χαλάρωσαν και οι παρέες των παιδιών και βρήκαν ευκαιρία να βρεθούν για μερικά φιλιά από κοντά στην τουαλέτα. Για λίγη τρελά μεταξύ τους λίγο απαγορευμένο και αυτή τη φορά με όλους αυτούς μέσα στο μαγαζί που δεν ήξεραν και πολεμούσαν ακόμα και την ιδέα της σχέσης τους, αλλά δεν τους ένοιαζε, αυτά έχει ο έρωτας δεν τους πείραζε απλά ήθελαν να το νιώσουν εκείνη την στιγμή να φιληθούν και να κοιταχτούν και πουν πλέον με λόγια ότι λέγανε πριν με τα βλέμματα και τα χαμογέλα ότι υποσχέθηκαν εκείνη τη στιγμή η τουλάχιστον ότι κατάλαβε ο Σωκράτης διότι γι αυτόν ήταν λόγος για να της πει σ’ αγαπάω για πρώτη φορά και να το έχει αυτό και σαν εξήγηση αν τον ρωτούσε κάποιος «γιατί την αγαπάς;» η απαντηση του πλεον θα ηταν «για εκεινο το χαμόγελο….».



Έργο: Nena Stajanovic

Σχολιάστε υπεύθυνα: