[Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι] του Γιώργου Ερνέστο Μουρελάτου

[Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι] του Γιώργου Ερνέστο Μουρελάτου

  •  
  •  




 

Τα πρόσωπα του έργου:
Πατέρας: Επαμεινώνδας, πατέρας των αγοριών
Μάνος: Ο μεγαλος γιός
Πέτρος: Ο μικρός γιος
Κα. Ελίζα: Η μητέρα της Δέσποινας
Δέσποινα: Η αγαπημένη του Πέτρου
Μηνάς: Ο παπαγάλος 

Στον αδερφό μου Ρομπέρτο
να τα χρεώνουμε πάντα στο Φεγγάρι
και στην Ελίζα
που μου θύμησε τα ανθρώπινα.

 

Πράξη Πρώτη

Εικόνα Πρώτη

(Σαλόνι παλιού αρχοντικού, με ανάλογη επίπλωση, ελαφρώς φωτισμένο. Σε κάποια μεριά του μεγάλου δωματίου ένας παπαγάλος σε κλουβί, ο Μηνάς. Μπαίνει ο Πατέρας και του μισομιλάει μονολογώντας.)

Πατέρας: Μπράβο στα παιδιά μου. Όλος ο τόπος έχει να το λέει. Δεν πάει λίγος καιρός από τότε που ανέλαβαν τη δουλειά στις πατρικές εκτάσεις και την τελειώνουν με το διπλάσιο ρυθμό. Οι εργάτες ευχαριστημένοι. Φύγαμε λένε από τις παλιές εποχές, που όυτε να τις θυμούνται δε θέλουνε λένε. Ακούς Μηνά; Αυτός ο μεγάλος… παιδί με ικανότητες, με γνώσεις, φιλοσοφημένος, σταθερός στη ζωή. Ο μικρός, πρόθυμος για όλα. Δε σου χαλάει ποτέ χατήρι κι ας κάνει πιό μετά το δικό του. Δε μπορείς να πεις.Τώρα που σκέφτεται και μια κοπέλα που τη σκέφτεται για γάμο. Αχ! Τα παιδιά μου Μηνά, μεγαλώσανε. Κι από τότε που έχασα τη μάνα τους μόνο αυτά έχω. (Ο Μηνάς φωνάζει: Κρά!) Άντε, βρε Μηνά, έχω κι εσένα. Παραπονιάρη.

(Μπαίνει ο Μάνος, ο μεγάλος γιός.)

Μάνος: Πατέρα! Καλησπέρα. Πώς είσαι σήμερα;

Πατέρας: Καλά παιδί μου. Εσείς πώς είστε; Πώς τα πήγατε; Πες μου να τ’ ακούω που μ’ αρέσει.

Μάνος: Πολύ καλά, πατέρα. Μην ανησυχείς. Όλα πάνε περίφημα. Άκουσε. Μου ζήτησε ο μικρός, γιατί είχε κάποιες δουλειές να τελειώσει στα χτήματα,να σου μηνύσω πως αύριο θα έρθουν οι μέλλοντες συμπέθεροι με τη νύφη. Πρέπει να ετοιμαστούμε. Να κάνουμε εντύπωση καλή. Ο μικρός έχει μεγάλη αγωνία.

Πατέρας: Ναι, παιδί μου. Θα πω στη Μαρίτσα. Πες μου όμως. Σου έχει μιλήσει ο μικρός; Εσείς τα λέτε μεταξύ σας. Τί σου έχει πει για κείνη; Είναι καλή κοπέλα; Όμορφη; Δε μου λέει τίποτα το παλιόπαιδο. Τίποτα.

Μάνος: Μου έχει πει πατέρα. Μου είπε πως είναι ένας άγγελος. Ξέρει οτι θα έχεις αγωνία. Μου είπε να σου πω πως άμα τη γνωρίσεις θα γαληνέψει η ψυχή σου. Τα υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα.

Πατέρας: Αχ! Παιδί μου. Πως λαχταράω να σας δω ευτυχισμένους. Να δω και μια γυναίκα να τριγυρνάει σε αυτό το σπίτι.

Μάνος: Αφού υπάρχει η Μαρίτσα.

Πατέρας: Γυναίκα είπα. Γυναίκα σαν τη μάνα σου. Και παιδιά. Πολλά παιδιά. Από εσένα κι από εκείνον. Πες του Πέτρου να μείνει ήσυχος. Όλα θα πάνε καλά.

Μάνος: Ευχαριστώ, πατέρα. Είναι μεγάλη μέρα αύριο για ολους μας.

(Μπαίνει η Μαρίτσα.)

Μαρίτσα: Κύριε, να σερβίρω; Θα φάτε; Ά! Γειά σας κύριε Μάνο. Πώς είστε;

Μάνος: Γειά σου Μαρίτσα. Πώς είμαστε; Όπως μας βλέπεις.

Μαρίτσα: (Κοκκινίζει) Ναι, κύριε Μάνο. Απλά εγώ ρώτησα τι κάνετε. Δεν ήθελα να… Συγγνώμη.

(Βάζει τα κλάματα)

Μάνος: Έλα, έλα Μαρίτσα μου, μην κλαίς. Ένα χαζό αστείο ήταν. Έλα. Και σε παρακαλώ, να με λες Μάνο.

(Ο πατέρας παρακολουθεί αλλα δε μιλάει.)

Μαρίτσα: (Ρουφώντας τη μύτη της) Ναι, αλλά εσείς είστε οι Κύριοι εδώ μέσα…

Μάνος: Ποιοί Κύριοι, βρε Μαρίτσα; Τρείς άντρες είμαστε που μας φρόντιζε η Κυρά-Ευαγγελία -καλή της ώρα- από τότε που έφυγε η μάνα μου, μεγάλωσε, κουράστηκε, μας άφησε η γυναίκα να πάει στο χωριό της, να κάτσει πιά κι ήρθες εσύ και σε δύο εβδομάδες έχεις κάνει αυτό που δεν έκανε εκέινη δεκαεφτά χρόνια.

Μαρίτσα: (Σκουπίζει τα δάκρυά της) Ευχαριστώ κύριε… (Ο Μάνος την κοιτάζει με ένα ελαφρό πείραγμα στο βλέμμα. Η Μαρίτσα χαμογελάει.)

Πατέρας: Μάνο, παιδί μου, δεν πρέπει ν’ αφήνεις τέτοια μικρή απόσταση ανάμεσα στη Μαρίτσα κι εσένα. Η Μαρίτσα είναι προσωπικό. Εμείς είμαστε…

Μάνος: (Τον κόβει) Τί είμαστε πατέρα; Εργάτης δεν ήσουνα; Κι από κει δεν ξεκίνησες; Η Μαρίτσα είναι ένα κορίτσι δεκαέξι χρονών που από ανάγκη να βοηθήσει την οικογένειά της σταμάτησε το σχολείο κι άρχισε να δουλεύει. Καλά που τη συνέστησαν σ’ εμάς και ξέρουμε να της φερθούμε μ’ έναν τρόπο. Τη χρειαζόμαστε και μας χρειάζεται.

Πατέρας: Ναι, παιδί μου. Αλλά αυτοί οι καινούριοι τρόποι…

Μάνος: Αυτοί οι καινούριοι τρόποι έχουν διπλασιάσει το αποτέλεσμα της εργασίας στη δουλειά.

Πατέρας: Ναι, αλλά…

Μάνος: Θέλω να σε παρακαλέσω, πατέρα, να της φέρεσαι σα να’ ταν παιδί σου. Είναι κάτι που μου δίνει μεγάλη χαρά, να τη βλέπω να αισθάνεται όμορφα.

Πατέρας: Ναι παιδί μου, στο υπόσχομαι. Στο υπόσχομαι. Ό, τι θες λεβέντη μου. Ό, τι θες λεβέντη μου.

(Μπαίνει ο Πέτρος.)

Πέτρος: Τί γλύκες και σορόπια είναι αυτά; Κόλλησα στην πόρτα και κινδύνεψα να μπω μέσα. Ας είναι καλά η Μαρίτσα που με τράβαγε να ξεκολλήσω.

Πατέρας: Να κι άλλος ευγενικός με τη Μαρίτσα. (Χαμογελάει)

Πέτρος: Να, ξέρεις πατέρα, μιλούσαμε τις προάλες για τη Μαρίτσα και…

Πατέρας: Και;..

Πέτρος: Ε! Και λέγαμε πως χρειάζεται φροντίδα και αγάπη. Να την κάνουμε να αισθανθεί σα μέλος της οικεγένειας. Να μας αγαπάει, πατέρα. (Στο Μάνο) Του τα’ πες για αύριο;

Πατέρας: Μου τα’ πε, κατεργάρη. Έμοιασες στον πατέρα σου.

Πέτρος: Πού τον ξέρεις εσύ τον πατέρα μου;

(Γελάνε όλοι.)

Πατέρας: Γελάμε οι άξεστοι αλλά η μάνα σας ήταν άξια γυναίκα και τίμια. Μου’ χε λείψει πολύ.

Μάνος: Κι εμάς, πατέρα.

Πέτρος: Γάμο θα κάνουμε, χαρά. Κι η μαμά θα χαιρόταν με τη χαρά μας. Άντε, χαρείτε λίγο.

Μάνος: Εγώ πάω να πάρω λίγο αέρα στον κήπο. Εσείς πείτε τα. Θα βρεθούμε στο τραπέζι.

(Φεύγει ο Μάνος.)

Πέτρος: Έχει κάτι;

Πατέρας: Παιδί μου, η κούραση πρέπει να είναι. Εσύ έχεις τη χαρά σου και δε σου δείχνει.

Μην ξεχνάς οτι στις οικογένειες που έχουν δυο παιδιά, το ένα μοιάζει λίγο περισσότερο στη μάνα και το άλλο στον πατέρα. Έτυχε να μοιάζει περισσότερο στη μάνα σας αυτός. Κι έχει χάσει το δικό του σύμμαχο, τη δική του κατανόηση. Αστον. Θα του περάσει. Είναι δυνατό παιδί.

Πέτρος: Ναι, πατέρα.

Πατέρας: Πες μου ,γιέ μου, τα χαρμόσυνά σου. Πες μου αστέρι μου. Πες μου.

Πέτρος: Όπως θα έμαθες, πατέρα, αύριο με το φεγγάρι, θα έρθει το Δεσποινιώ με την οικογένειά της. Θέλω πολύ να τη γνωρίσεις. Είναι άξιο κορίτσι, καλό και με τρόπους, πανέμορφο και μου θυμίζει τη μάνα. Πολύ πατέρα. Ανυπομονώ…

Πατέρας: Κι εγώ παιδί μου. Η χαρά σου είναι τριπλή για μένα. Όλοι μου οι κόποι κι όλοι μου οι πόνοι απέδωσαν. Έχω δυο παληκάρια όμορφα κι αγαπημένα, που τα ζηλεύει ο κόσμος όλος.

Μηνάς: (Κρα!)

Πατέρας: Εντάξει, κι εσένα, Μηνά, δε σε ξεχνάω! Τώρα θα γιορτάσουμε. Μετά από πολυ΄καιρό θα γιορτάσουμε, παιδί μου. Θα γιορτάσουμε!

Πέτρος: Ναι, πατέρα.

Πατέρας: Θα γιορτάσουμε…

Εικόνα Δεύτερη

(Ίδιο δωμάτιο, με ίδιο φως. Η Μαρίτσα ετοιμάζει τα πράγματα για τους συμπεθέρους. Κεφάτη μα και σκεπτική. Μπαίνει ο Μάνος. Ο Παπαγάλος στη θέση του.)

Μάνος: Γεά σου, Μαρίτσα, πώς είσαι;

Μαρίτσα: (Σταματάει τις δουλειές) Καλά είμαι… (με δυσκολία) Μάνο.

Μάνος: Μπράβο, Μαρίτσα, μου δίνεις μεγάλη χαρά.

Μαρίτσα: Για ποιό πράγμα;

Μάνος: Ε! Ξέρεις. Που δε με λες “Κύριε Μάνο”. Μάλλον, που μες λές Μάνο σκέτο. Μάνο δηλαδή. Δε βγάζει νόημα, ε;

Μαρίτσα: Σίγουρα;

Μάνος: Δεν ξέρω, βγάζει;

Μαρίτσα: (γελάει) Εννοώ, σίγουρα, για το Μάνο;

Μάνος: Σίγουρα. Ξέρεις Μαρίτσα, θα ήθελα να είσαι… κάτι πιό κοντινό μου, από κάποια που μας βοηθάει με το νοικοκυριό. Κάτι σαν φίλη ας πούμε. Κι εγώ μόνος μου είμαι στη ζωή. Με καταλαβάινεις.

Μαρίτσα: Προσπαθώ, κύριε Μάνο… (Με ένα παιχνιδιάρικο κατσούφιασμα του Μάνου, συνεχίζει) Μάνο. Ναι, προσπαθώ. Με θέλετε κάτι σα φίλη. Να μιλάμε…

Μάνος: Πες το κι έτσι, Μαρίτσα μου. Και τώρα που σε βρήκα εδώ μόνη σου… αλήθεια, που

βρισκόσουν όλη την ημέρα;
Μαρίτσα: Στην κουζίνα, ετοίμαζα…

Μάνος: Καλά. Λοιπόν, τώρα που σε βρήλα εδώ, θέλω να σου πω κάτι. Θα με προσέξεις; Δεν το έχω πει σε κάνεναν.

Μαρίτσα: (Με τρόμο) Βεβαίως.

Μάνος: Λοιπόν, Μαρίτσα, αγαπάω μια κοπέλα και ντρέπομαι να της το πω, καθ’ ότι είναι πλέον

κορίτσι του σπιτιού. Και μιας κι εσύ είσαι γυναίκα πες μου, τί με συμβουλέυεις να κάνω; Ποιά η γνώμη η δική σου;

Μαρίτσα: (με τρόμο και άγχος) Εγώ…τί να πω;..

Μάνος: Τί να πεις. Πες τη γνώμη σου. Να στο πω διαφορετικά… Αν…

(Ο Μάνος αφήνει μια μεγάλη εκπνοή και πιάνει το κεφάλι του με το χέρι του. Παύση.)

Μαρίτσα: (Ταραγμένη) Είσαι… καλά; Να σου φερω λίγο νερό;

Μάνος: Όχι, καλά είμαι. (Παύση) Αν κάποιος ρωτούσε μια φίλη του για σένα, τί θα τον συμβούλευε η φίλη του να κάνει; Δεν έχω πολύ μυαλό αυτή τη στιγμή.

Μαρίτσα: (Εμφανώς αναστατωμένη) να της μιλήσετε… να της μιλήσεις. Πες της το. Μπορεί να σε θέλει κι εκείνη.

Μάνος: Ευχαριστώ, Μαρίτσα. Μου δίνεις μεγάλο κουράγιο. Με την επόμενη καλή ευκαιρία. (Φεύγει)

Μαρίτσα: (Σα να συνειδοτοποιεί) Με αγαπάει;

(Ακούγεται μέσα στην ησυχία η φωνή του πατέρα να φωνάζει από το βάθος.)

Πατέρας: Μαρίτσα! Έτοιμα τα πράγματα;

Μαρίτσα: Αμέσως, κύριε!..

Εικόνα Τρίτη

(Ίδιο δωμάτιο, λίγο εντονότερο φως. Ο Πατέρας, ο Μάνος κι ο Πέτρος περιμένουν στο σαλόνι. Πλησιάζει η ώρα που θα καταφτάσουν οι επισκέπτες συμπέθεροι. Επικρατεί αγωνία, την οποία προσπαθούν να διαλύσουν συζητώντας για διάφορα θέματα. Ο Παπαγάλος σκεπασμένος.)

Μάνος: Κάθισε , μικρέ. Αν λιώσεις τις σόλες σου από τώρα, θα σε βρει η νύφη χωρίς παππούτσια.

Πατέρας: Καλά σου λέει, παιδί μου. Πως θα σε βρούνε έτσι οι άνθρωποι. Η μαμά της, ο πατέρας της, τα αδέρφια της… Δεν ξέρω καν ποιοί θα έρθουν… Ποιοί θα έρθουν, αλήθεια;

Πέτρος: Η Δέσποινα, έχει μόνο μια μητέρα. Έχασε κι αυτή τον πατέρα της μικρή. Είναι η μόνη της οικογένεια. Έχετε δίκιο. Πρέπει να ηρεμήσω. Πάω μέχρι το λουτρό να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Είναι κι αυτή η αναθεματισμένη ζέστη. Ποτέ μου δεν τη χώνεψα… (Φεύγει)

Μάνος: Εκείνου δεν του άρεσαν τα ζεστά κλίματα;

Πατέρας: Άστον. Ξέρεις πόσο ανήσυχος είναι σήμερα κι εκνευρισμένος. Είναι πολύ σημαντική μέρα γι αυτόν.

Μάνος: Για όλους μας.

Πατέρας: Μου το είπες κι εχθές αυτό. Τί εννοείς;

Μάνος: Εννοώ πως ο αδερφούλης μου παντρεύεται και όπως και να το κάνεις είναι σημαντική ημέρα και για εμάς και για εκείνον. Απλά.

Πατέρας: Καλά, παιδί μου. Ήμουν λίγο περιέργος. Αυτό είναι όλο.

Μάνος: Συγγνώμη, πατέρα. Είμαστε όλοι λίγο ανήσυχοι. Ζητώ συγγνώμη.

Πατέρας: Καταλαβαίνω, παιδί μου. Έχουμε πολλά στο μικρό κεφάλι μας.

Θα’ ρθει και γυναίκα μέσα στο σπίτι μας. Όλοι νοιώθουμε περίεργα. (Έρχεται ο Πέτρος)

Μάνος: Χρέωσέ τα στο φεγγάρι, πατέρα.

Πατέρας: Ναι, παιδί μου. Χρέωσέ τα στο φεγγάρι.

Πέτρος: Δεν πιστεύω να λέτε τίποτα για μένα.

(Μπαίνει η Μαρίτσα τρέχοντας.)

Μαρίτσα: Κύριε, κύριε!.. Ήρθανε. Είναι στην εξώπορτα. Τους είδα.

Πατέρας: Ειναι όλα έτοιμα;

Μαρίτσα: Ναι, κύριε.

(Χτύπημα μπρούντζου στην πόρτα.)

Πατέρας: (Στη Μαρίτσα) Άνοιξε, παιδί μου γρήγορα. Και όμορφα να φερθείς.

Μαρίτσα: Μάλιστα, κύριε.

(Η Μαρίτσα πηγαίνει να ανοίξει την πόρτα. Όλοι στο δωμάτιο σφιγμένοι και νευρικοί. Σιγή κι ακινησία. Η Μαρίτσα επιστρέφει συνοδεύοντας τη Δέσπινα και τη μητέρα της Ελίζα.)

Πέτρος: (Βιαστικά) Πώς είμαι;

Μάνος: Γαμπρός.

(Όλοι κινούνται προς το μέρος τους, εκτός από το Μάνο. Προσπαθούν να χαιρετίσουν ταυτόχρονα. Δημιουργείται χάος.)

Πατέρας: Πώς είστε; Τί κάνετε;

Πέτρος: Ο πατέρας μου, Επαμινώνδας, ο αδερφός μου ο Μάνος κι από εδώ η κυρία Ελίζα, με την κόρη της… το Δεσποινιώ. (Η κα Ελίζα τον κοιτάει λοξά)

Μάνος: (Απόμακρα) Γειά σας. Καλώσήρθατε.

Κα. Ελίζα: Καλώς σας βρήκαμε. (Ρίχνει μια τελευταία ματιά στο χώρο) Πολύ ωραίο το σπίτι σας. Έκτακτο.

Πατέρας: Χαίρομαι που σας αρέσει. Ήταν το πατρικό της γυναίκας μου.

Κα. Ελίζα: Ναι, μου είπε η Δέσποινα. Συμπάσχουσα.

Πατέρας: Ναι, ναι. Ο Πέτρος δε μου είπε τίποτα. Μόλις και μετά βίας μας είπε πως θα έρθετε. Καθίστε.

Κα. Ελίζα: Ευχαριστούμε. ( Κάνει νόημα στην Δέσποινα και κάθεται)

Μάνος: (Μετά από μια παρατεταμένη σιγή) Αυτά…

Πατέρας: Μάνο!..

Μάνος: Αφού δε μιλάει κανείς…

Κα. Ελίζα: Κύριε…

Πατέρας: Επαμινώνδας.

Κα. Ελίζα: Κύριε Επαμινώνδα, μη το μαλώνετε το παιδί. Αυτές οι συνευρέσεις είναι κάπως… άβολες. Ένα αστείο δε βλάπτει.

(Ο Πατέρας χαμογελάει ανήσυχα.)

Μάνος: (Ευθύβολα) Σωστά. Εσείς τί λέτε Δεσποινίδα Δέσποινα;

(Η Δέσποινα χαμηλώνει το βλέμμα.)

Πατέρας: (Έντονα) Μάνο!..

(Ο Πέτρος κοιτάζει το Μάνο με ύφος και νόημα να ηρεμήσει.)

Μάνος: Λυπάμαι. Και για την αναστάτωση και για όλα. Άσχημος συγχρονισμός. Καλύτερα να αποσυρθώ. Κυρία μου, δεσποινίδα μου… Λυπάμαι… Ελπίζω κάποια φορά στο μέλλον να είναι διαφορετικά τα πράγματα… Καληνύχτα.

Κα. Ελίζα: Κύριε Μάνο…

Πατέρας: Παιδί μου…

Πέτρος: Μάνο…

Μάνος: Είναι καλύτερα για όλους. Καληνύχτα. Πολύ λυπάμαι… (Φεύγει)

Πατέρας: Συγχωρήστε τον. Μαρίτσα!..

Κα. Ελίζα: Μη στεναχωριέστε. Καταλαβαίνω. Δεν πειράζει.

Πατέρας: Είναι πολύ κουρασμένος από τη δουλεία. Ξέρετε, δουλεύει πολύ. Κι ο Πέτρος μας!..

( Ο Πέτρος χαμογελάει αμήχανα.)

Μαρίτσα: Τί θα πάρετε, παρακαλώ;

Κα. Ελίζα: Ένα λικέρ.

Μαρίτσα: Κι εσείς;

Δέσποινα: Λίγο νερό, παρακαλώ… θα ήθελα… (καταπίνει με δυσκολία)

Μαρίτσα: Μάλιστα.

Πατέρας: Λικεράκια και για εμάς. Μαρίτσα, ρώτησε και τον κύριο Μάνο αν χρειάζεται τίποτα. Νομιζω βρίσκετε στο μπαλκονάκι. Εκέι πηγαίνει όταν είναι στεναχωρημένος. (Φεύγει η Μαρίτσα) Κι εσύ παιδί μου, μόνο νεράκι; Είσαι ντροπολή, ε;

Κα. Ελίζα: Είναι το χρυσό μου. Κι ο Πέτρος σας. Αξιόλογο παιδί. Έχω ακούσει πολλά καλά. Και για τα δύο παιδία σας. Δύσκολα αποφασίζει κανείς ανάμεσα σε δύο τέτοια παιδιά.

Πέτρος: (Με αποφασιστικότητα) Το λόγο που ήρθατε σήμερα εδώ το γνωρίζουμε. Θα πρότεινα να τα πείτε εσείς εδώ κι εγώ με το Δεσποινιώ, (η Κα. Ελιζα τον κοιτάζει λοξά) να βγούμε μια βόλτα να πάρουμε λίγο αέρα και να τα πούμε…

Πατέρας: Ωραία ιδέα! Κα. Ελίζα, συμφωνείτε;

Κα. Ελίζα: Χμ!..

Πέτρος: Έλα πάμε! (Η Δέσποινα σηκώνεται αργά και ντροπαλά και βγαίνουν)

Πατέρας: Κι έτσι… απομείναμε οι δυό μας…

Κα. Ελίζα: Οι δυό μας…

Μαρίτσα: (Μπαίνει) Τα ποτάκια σας. Που πήγαν όλοι;.. (Φεύγει ξεσκεπάζοντας τον παπαγάλο)

Εκόνα Τέταρτη

(Κήπος. Ο Πέτρος και η Δέσποινα κάνουν βόλτα. Η Δέσποινα πολύ μαζεμένη κι ο Πέτρος προσπαθεί να την πλησιάσει.)

Πέτρος: Ήταν καλή η ιδέα να βγούμε στον κήπο;

Δέσποινα: (Μουδιασμένα) Ναι.

Πέτρος: Είσαι εντάξει; Μήπως θέλεις να επιστρέψουμε στο σπίτι;

Δέσποινα: Όχι, Είμαι εντάξει. Ας καθίσουμε. (Τους φωτίζει το φεγγάρι) Τώρα που σε σκεπάζει το φεγγάρι, είσαι όμορφη πολύ.

Δέσποινα: (Μελαγχολικά) Αλήθεια;

Πέτρος: Αλήθεια. Δεν έχει περάσει καιρός πολύς από όταν δώσαμε λόγο για γάμο. Κι όμως, κάθε μέρα σε αισθάνομαι γυναίκα μου πιότερο. (Ησυχία) Γιατί δε μιλάς;

Δέσποινα: Τί να πω; Σε ακούω; Μου λες πράγματα όμορφα.

Πέτρος: Σ’ αγγίζουν;

Δέσποινα: Ναι. Όλο και πιό πολύ.

Πέτρος: Είσαι η πιό όμορφη γυναίκα. Θέλω να σε έχω πάντα δίπλα μου, να σε αγαπάω και να σε φροντίζω. (Ησυχία) Τί έχεις;

Δέσποινα: Ίσως είναι το φεγγάρι.

Πέτρος: Χρέωσέ τα στο φεγγάρι.

Δέσποινα: Ναι.

Πέτρος: Είσαι σίγουρη γι’ αυτό που έρχεται; Θέλεις;

Δέσποινα: (Κενά) Θέλω.

Πέτρος: Πες μου αλήθεια.

Δέσποινα: (Κενά) Θέλω.

Πέτρος: Έχω κάτι να σου πω. Άκουσε με.

Δέσποινα: Ναι.

(TableauVivant.)

Εικόνα Πέμπτη

(Ο Μάνος παρακολουθεί τον Πέτρο και τη Δέσποινα από το μπαλκονάκι του κήπου, κρυμμένος στο σκοτάδι, όχι επίτηδες και σε απόσταση, χωρίς να ακούει τί λένε Χάνεται στην εικόνα τους.)

Μάνος: (τραγουδάει)

Πέρνα τα δάχτυλά σου μέσα απ΄τα μαλλιά μου

έχουν θεριέψει οι καιροί και οι αγγέλοι

κομμάτια γίνεται η καρδιά, το αίμα στάζει

κι ας ξεχειλίζουν οι ουρανοί απ’ Άγιο Μέλι.

Μια άχνα άφησα κι ο Άνεμος την πήρε

ένα μικρούλι τόσο δα μικρό καράβι

μέσα στη νύχτα πάει, στα άπατα νερά

να το προσέξεις τα φωτάκια του ανάβει.

Κοιτάω τ’ αστέρια στο βαθύ τον ουρανό

στη νύχτα αφήνομαι, η λύπη να με πάρει

ό, τι κι αν κάνω, ό, τι ζήσω, ό, τι πω

μη μου κακιώσεις, χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.”

Μαρίτσα: (Συγκινημένη) Όμορφο.

(Ο Μάνος ξαφνιασμένος σκουπίζει τα δάκρυά του.)

Μαρίτσα: Πολύ μελαγχολικό.

Μάνος: Μας το έλεγε η Μάνα μας νανούρισμα. Ίσως κι όχι.

Μαρίτσα: Όταν ήσαστε μικροί;

Μάνος: ( Χαμένα) Στους αλαφρούς μας ύπνους.

Μαρίτσα: Μοιάζουν τα λόγια ανεξίτηλα κεντήδια.

Μάνος: Πουλιά είναι, ταξιδιάρικα, μνήμες φορτωμένα.

Μαρίτσα: Ο αέρας τα πάει. Και πού;

Μάνος: Πίσω στο χρόνο.

Μαρίτσα: Σε ποιόν;

Μάνος: Στη Μάνα μου και σε κάποια αγαπη.

Μαρίτσα: Μεγάλη ή κλαράκι ανάλαφρο;

Μάνος: Βράχος μοιάζει αμετακίνητος κι άσπαστος.

Μαρίτσα: Μίλησέ μου.

Μάνος: Φτερουγίζουν μέσα μου τα συναισθήματα, κομμάτια από παλιές φωτογραφίες και άνθη. Πέταλα στρωμένα και καρδιές πατημένες σα σταφύλια που’ βγαλαν κρασί. Ένα έρημο κενό χωρίς αντίλαλο το σκιερό μου μέσα. (Παύση) Εσύ αποκούμπι μου και δεκανίκι μου είσαι. Σ’ εσένα στηρίζομαι απάνω.

Μαρίτσα: Στηρίξου επάνω μου και στον ώμο μου κλάψε. Εγώ δεκανίκι σου θα στέκω, κάθε φορά που θα με ψάξεις. Θέλω πολύ ό,τι μου χαρίσεις δικό σου να το ρουφήξω. Ό, τι από μένα ζητήσεις θα το έχεις.

Μάνος: Σ’ ευχαριστώ για ό, τι λες κι ό, τι κάνεις

Μαρίτσα: Μόνο να δίνεις αυτό που αισθάνεσαι. Να το μοιράζεσαι μαζί μου.

Μάνος: Είδες το Φεγγάρι; Λες και μάγια μας κάνει, λες και φτάνει στις ψυχές μας και κάθεται και κλαίει.

Μαρίτσα: Πλούσιο και όμορφο και φιλντισένιο.

Μάνος: Της Μάνας χάδι θα δεχτώ, τι τόσο μοιάζεις μου κι εγώ σου μοιάζω.

Μαρίτσα: Θα δώσω και θα λάβω με χαρά άγγιγμα απ’ της ψυχής τ’ ακροδάχτυλα.

Μάνος: Το χέρι σου φιλώ και πάω.

Μαρίτσα: Μη φεύγεις.

Μάνος: Είπαμε πολλά για τώρα. (Φεύγει)

Μαρίτσα: Θα πούμε κι άλλα. Αγάπη μου…

Εικόνα Έκτη

(Στο σαλόνι. Ο Πατέρας και η Κα. Ελίζα συζητούν. Το σκηνικό παραμένει το ίδιο όπως και πριν. Ο παπαγάλος )

Πατέρας: Τώρα που μείναμε μόνοι, ωφείλω να σας ρωτήσω. Εσείς συμφωνείτε με τη σχέση των παιδιών;

Κα. Ελίζα: Νομίζω πως τα παιδιά ταιριάζουν. Η κόρη μου, όχι να το παινευτώ, είναι καλό κορίτσι, με ανατροφή κι αρχές. Το ίδιο γνωρίζω και για τον Πέτρο σας. Πως είναι εργατικός κι έχει μύρια ακόμα καλά.

Πατέρας: Όχι να το παινευτώ κι εγώ αλλά έτσι είναι. Και για τον Πέτρο μου και για το Μάνο μου (Πάυση. Η Κα. Ελίζα σκεφτική.) Τί θα λέγατε να πηγαίναμε κι εμείς ένα περίπατο στον κήπο…

Κα. Ελίζα: Μα είναι τα παιδιά. Δεν είναι σωστό να μπλέκουμε στα πόδια τους.

Πατέρας: Όχι, δεν καταλάβατε. Θα πάμε σε άλλη μεριά του κήπου. Δε θα ενοχλήσουμε τα παιδιά.

Κα. Ελίζα: Ω! Αν είναι έτσι να πάμε. Μια βόλτα στη φεγγαράδα πάντα είναι ωφέλιμη.

(Βγαίνουν συζητώντας. Το φεγγάρι τους φωτίζει.)

Πατέρας: Πόσο όμορφα είναι σ’ αυτό το μικρό μέρος εδώ του κόσμου. Ρίχνονται τα κάγκελα που τυλίγουν την ψυχή μου, σαν παιδί αγγίζω τα ροδοπαίχνιδά μου.

Κα. Ελίζα: Ξεύρετε; Στα ίδια ακουμπώ. Ρωτώ: το χέρι σας να κρατήσω, να στηριχτώ στον περίπατο ετούτο, να με πάτε εσείς που γνωρίζετε το δρόμο, εκεί που θα’ πρεπε κι οι δυο να φτάσουμε.

Πατέρας: Ασφαλώς. Ασφαλώς να σας στηρίξω γλυκητάτη κυριά, εσάς που τώρα πια συγγένεια μας δένει. Και για παιδιά; Πόσα μικρά ανθρωπάκια η προσδοκία σας φτιάχνει στη ζωή τη δική μας και στη ζωή παλιών προσδοκιών μας; Τρία ή ίσως παραπάνω;

Κα. Ελίζα: Με συγκινείτε με την ερώτησή σας αυτήν. Αχ! Δεν ημπορώ να πω. Όσα είναι ας έρθουν με το καλό κι επίσης ό, τι είναι. Ευτυχία του μωρού το κλάμα ν’ ακούγεται στην σκοτεινή κάμαρη, βράδυ που όλοι παραδωμένοι στη σκόνη, τη μαγική του Μορφέα, κοιμούνται ύπνο ανήσυχο και ταραγμένο. Ειδικά οι γονείς.

Πατέρας: Των παιδιών η ευτυχία ακόμα είναι πράγμα σπουδαίο. Όσο και το φεγγάρι. Η γυναίκα με την οποία κάποτε Αγάπη μοιράστηκα, σύζυγο την έκαμα και λατρεία της χάρισα, ήξερε κάτι μαγικό, απ’ της ψυχής τα τρίσβαθα. Μυστικό: Το φεγγάρι μαγεύει των ανθρώπων τις ψυχές και τους κάμνει να’ ναι σώψυχοι και ξέγυμνοι. Οι εαυτοί τους.

Κα. Ελίζα: Ω! Ευτυχία τρισμέγαλη. Τα παιδιά μας προσοχή κι αγάπη καρτερούν απ’ της ψυχής τα σώψυχα και ξέγυμνα. Ανατολές και Δύσεις μια των παιδιών ματιά αγάπης και γαλήνης. Όλοι οι γονείς χρειάζονται παιδιά για να υπάρχουν.

Πατέρας: Και τα παιδιά;

Κα. Ελίζα: Και τα παιδιά;

Πατέρας: Άλλος ας έρθει κύκλος με κουβέντες.

Κα. Ελίζα: Κατέχετε το δίκιο. Άλλος.

Πατέρας: Ας καθίσουμε σ’ αυτό εδώ το μέρος. Παγκάκι όμορφο με θέα μας κοιτά και το κοιτάμε. Να μιλήσουμε, να γνωριστούμε. Θέλετε;

Κα. Ελίζα: Θέλω πολύ. Και τι φεγάρι απόψε.

Πατέρας: Πόσο μου λείπεις.

Κα. Ελίζα: Πόσο μου λείπεις.

Εικόνα Έβδομη

(Η Μαρίτσα βγάζει το παπαγάλο στον κήπο και το χτυπάει το φεγγάρι. Ο παπαγάλος παίρνει ανθρώπινη μορφή.)

Μηνάς: Ποιός θα το’ λεγε πως ένας χτύπος της καρδιάς και μια του αίματος ρανίδα, στην καταιγίδα, θα’ φερναν ηλεκτρική του νεκρού σιγή. Τα πλάτια αναταράζονται ως το βάθος κι οι Συμπληγάδες των ψυχών συνθλίβουν περιστέρια και καράβια. Κι αν υπάρχει γλυτωμός, κάπου βρίσκεται ανάμεσα στις δυό τους απαλάμες, ζεστή, χλωμή από ήλιου φως μα πάντοτε καρτεριρκή, με μια προσοχή που κατατρώει σε, καίγοντας τις σάρκες σου. Πόσα τραγούδια δεν είπαμε κι εσείς κι εγώ κι αυτοί, πόσους σκοπούς τα χείλη μας δεν έστειλαν ταξίδι στον αγέρα, πόσα φαρμάκια δεν αντίκρυσαν τα μάτια μας, τα μάτια τους και πόσα θα αντικρύσουν πάλι και ακόμα. Σα γλυκιά, Κυριακάτικη γιορτή, ντυμένη στα λευκά, κατάλευκα, νυφιάτικά της ίσως ρούχα, τους έχω ακούσει, κάπου στο βάθος τ’ ακούσματά μου λένε και για εσάς, έχουν τραγουδήσει, όπως κι εσείς, νυφιάτικα τραγούδια του πένθους:

Δύσκολη ρώτα διάλεξες καράβι μας και πάλι

κι εσύ ζωή όλο κύματα και τρικυμίες έχεις

πάνω στα βράχια τα σκληρά, στην καταιγίδα

εσύ καράβι μας, μας πας κι εσύ μας τρέχεις.

Μα δεν αλλάζεις διαδρομή, ούτε κεφάλι

και δεν κοιτάς το γλυτωμό, ούτε λιμάνι

με ξεσκισμένα τα πανιά μες την ομίχλη

εσύ καράβι μας, μας βγαζεις για σεργιάνι.

Δύσκολη μέρα μπάρκαρες καράβι μας και πάλι

είναι κοντά ο προορισμός κι εσύ δε φτάνεις να αράξεις

μέσα στη νύχτα σιγανά, στην καταχνιά

εσύ καράβι μας το ξέρεις, θα ρημάξεις.

Μα δεν αλλάζεις διαδρομή, ούτε κεφάλι

και δεν κοιτάς το γλυτωμό, ούτε λιμάνι

με ξεσκισμένα τα πανιά μες την ομίχλη

εσύ καράβι μας, μας βγαζεις για σεργιάνι.”

Ξέρω. Ξέρω για κορμιά με φύκια στο κεφάλι, ξέρω για ρυάκια ζωντανά, για κλάματα αιμάτινα, για μαύρα πένθη ξέρω, ξέρω γι’ αδέρφια, για τρεχαλητά, για παρακάλια, για πόνο, για στοργή, για ζάλη, ξέρω, Αφέντη της καρδιάς και της ψυχής και του μυαλού, του κορμιού, του κόσμου όλου, ξέρω πως για σένα δεν ξέρω τίποτα. Εσύ φυτεύεις τις βουλές που μας κεντρίζουν. Οίστρους λαμπρούς και σκοτεινούς συνάμα, σαν άστρα μπλάβα του νοτιά και της αυγής, σαν ανοιχτά παραθυρόφυλλα, σα τρυφερός παιδεμός, σα να κυλάει αιμάτινο απ’ τα χέρια σου ρυάκι. Τί γλυκασμός κι ένα φιλί, ένα άγαλμα βαμμένο πορφυρό σαν το Φεγγάρι. Τι Φεγγάρι… Αυτό κρατάει τη μοίρα μας στα σπλάχνα του χαραγμένη. Εκεί, στη σκοτεινή πλευρά του την κρύβουν οι θεοί, να μην τη βρίσκουν τα μάτια τα κλεφταρούδικα των ανθρώπων. Η μοίρα είναι φάρμακο. Πρέπει να την παίρνεις λίγο-λίγο. Αλλιώς καλό δε θα σου κάνει. Ίσως κι αυτό το ξέρω. Και για το φως του φεγγαριού, σα να’ ν’ μακρύ του χέρι, μας παίζει για λογαριασμό του. Το κακόμοιρο, κι αυτό, πως νοιώθει μοναξιά. Ποτέ να μην το βρίσκει κανείς παρά ο Ήλιος λίγο μόνο, στο προσπέρασμά τους. Μόνο για ένα ζύγωμα. Μόνο για ένα λυπημένο Γειά!.. Αυτό το ξέρω σίγουρα. Αλλά τι ξέρω εγώ… Ο φτωχούλης ο Μηνάς. Ένας απλός παπαγάλος…

Εικόνα Όγδοη

(Ο Μάνος κατεβαίνει στον κήπο, κατευθύνεται προς τον Πέτρο και τη Δέσποινα. Ο Πέτρος μιλάει στη Δέσποινα κι εκείνη μιλάει ακίνητη, ανέκφραστη.)

Μάνος: (Με τα μάτια στο πάτωμα) Με συγχωρείτε για τη διακοπή της γλυκιάς στιγμής. Ανάγκη να απολογηθώ για το προηγούμενο κι άσχημο φέρσιμό μου. Με συγχωρείτε. (Φεύγει)

Πέτρος: Περίμενε. Η διακοπή σχεδόν ασήμαντη φαντάζει. Ξέρω, η κούραση και το βαρύ κεφάλι του ανθρώπου βάρος κι άλλο προσθέτει. Μείνε. Κάνε μας παρέα. Το βράδυ αυτό είναι για αίμα ζεστό κι όχι νερομένο.

Μάνος: Ευχαριστώ μα πρέπει να πηγαίνω. Απ’ την καρδιά μου, σ’ αυτούς που αγαπώ, εύχομαι κάθε ευτυχία λαμπερή και παντοτινή. Μεγάλο βάρος οι ευχές σ’ αυτους που αγαπάς κι όχι η κούραση και το βαρύ κεφάλι.

Πέτρος: Μείνε. Παρέα χρειάζεσαι και άλλος εδώ δεν υπάρχει. Κάθησε κοντά μας να πούμε δυο λέξεις. Κι ας είναι για ό, τι θέλεις. Μον’ την παρέα σου αποζητώ.

Μάνος: Καλύτερα να φύγω. Θα’ ναι καλύτερα και για εσάς και για μένα.

Δέσποινα: (Φοβισμένα και κενά) Μείνε.

Πέτρος: Μείνε, αδέρφι. Το ζητάει κι η μελλουσα νύφη. Κι ό, τι κι αν έγινε απόψε, χρέωσέ τα στο φεγγάρι.

Μάνος: Δεν ξέρω.

Πέτρος: Μείνε. Τεράστια ευτυχία κατακλύζει με και ξεχειλίζει. Να μοιραστώ τη χαρά με πολλούς, τι τόσο μεγάλη είναι κι απέραντη. Και η δική μου και η δική της.

(Η Δέσποινα κοιτάζει τον Πέτρο.)

Μάνος: Δε μπορώ.

Δέσποινα: Μείνε. Σε τέτοιες στιγμές, καλύτερα από δύο.

(Ο Μάνος σκέφτεται αναποφάσιστος και διστακτικός.)

Πέτρος: Μείνε. Και στους αγαπημένους άλλους θα μιλήσω να’ ρθούν, να μοιραστούμε πια όλοι μαζί τη χαρά που έχουμε. Η στεναχώρια δεν πρέπει. Το φεγγάρι ξέρει τι πρέπει. Όλοι μαθαίνουμε απ’ αυτό. Μείνε. Πηγαίνω.

(Φεύγει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους.)

Μάνος: Μην πας.

Πέτρος: καλύτερα να πάω. Ξέρω.

Μάνος: Μην πας, σε παρακαλώ.

Πέτρος: Πάω. (Φεύγει)

(Ησυχία κι ακινησία για αρκετή ώρα. Κανείς από τους δύο δεν κοιτάζει τον άλλο.Απολύτως ξαφνικά, ο Μάνος τραβάει την Δέσποινα, εκέινη τρομάζει, βάζει τα κλάματα και φεύγουν. Άδειος χώρος για λίγο. Επιστρέφει ο Πέτρος με τους υπόλοιπους. Απορία, ανησυχία, κοιτούν γύρω τους, απορία, ανησυχία, ψάχνουν.)

Πέτρος: Μα, εδώ τους άφησα. Δεν καταλαβαίνω…

Κα. Ελίζα: Μήπως μια βόλτα πήγαν τα παιδιά κι αυτό ειναι όλο.

Πατέρας: Ας ψάξουμε. Εδώ θα είναι. (Με πανικό, φωνάζει) Μαρίτσα!..

(Η Μαρίτσα κατεβαίνβει από το μπαλκονάκι, όπου βρίσκονταν όλην αυτή την ώρα, σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Έχει τα πάντα από εκεί.)

Μαρίτσα: Ορίστε, κύριε. Πείτε μου, ακούω.

Πατέρας: Μήπως τα μάτια σου τύχαν να δουν τον κύριο Μάνο και τη κυρία Δέσποινα, παιδί μου; Τι λείπουν από δω κι αυτό αφύσικο έιναι. Που να πήγαν;

Μαρίτσα: Όχι, κύριε, δεν είδα. Δεν είδα…

Πατέρας: Ας ψάξουμε κάπου εδώ θα είναι και θα βρίσκονται. Αλλιώς δε μπορεί.

Κα. Ελίζα: Ας ψάξουμε. (Φωνάζει) Δέσποινα!..

Πατέρας: Μάνο!..

Πέτρος: Παιδία; Που βρίσκεστε παιδιά;

Μαρίτσα: (Μην αντέχοντας) Θα ψάξω στο σπίτι. (Φεύγει)

(Όλοι σταματούν και μένουν ακίνητοι.)

Όλοι μαζί: (Με μια φωνή, σα να το βρήκαν εκείνη τη στιγμή) Το έσκασαν!..

(Tableau Vivant.)

Μηνάς: (Κυκλοφορεί ανάμεσά τους) Λέτε να φταίει το φεγγάρι; Αυτό μας κινεί κι οδηγεί ή αυτό μας βοηθάει; Σαν το χεράκι του στον ώμο μας μας βάζει και μας πάει. Ή το χεράκι το δικό μας πιάει και γραπώνει και τραβάει; Πού μας πάει; Μας τρέχει σε λιβάδια και σε λόφους, σε δάση και σε θάλλασες, σε βουνά και σε ποτάμια, στο εδώ και στο πουθενά, στο εκεί και στο παντού. Με τραίνα και καράβια και πλοία και βάρκες και τα πόδια. Και ξυπόλητοι και πεινασμένοι. Για μέρες, για πάντα. Απλώς μαζί. Πιασμένοι χέρι-χέρι, δεμένοι, ψυχή-ψυχή, με την Αγάπη να ρέει από μέσα κι από παντού. Πώς σπαράζουν. Όχο μόνο αυτοί. Όλοι. Και το Φεγγάρι. Ναι, ναι. Που λάμπει. Ναι. Ε! Εσύ!.. Για σένα λέω. Κάνεις κάποιους ανθρώπους να λένε: “Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ…” και κάποιους άλλους…

(Ο Μηνάς επιστρέφει σιγά-σιγά στη θέση του. Ξυπνούν όλοι.)

Όλοι μαζί: Που πήγαν;

Πράξη Δεύτερη

Εικόνα Πρώτη

(Ο Μάνος και η Δέσποινα στην ημισκότεινη φύση, τρέχουν, μακρυά από το σπίτι και τις οικογένειές τους.)

Δέσποινα: Σταμάτα! Μάγκωσε η αναπνοή μου στο στήθος και δεν πάει πάει μήτε μέσα μήτε έξω. Μια στιγμή!..

Μάνος: Προχώρα! Και γρήγορα. Σε παρακαλώ.

Δέσποινα: Που με πας; Που πάμε;

Μάνος: Μακρυά. Μακρυά απ’ ολους όσους αγαπώ και με πονάνε.

Δέσποινα: Έρχομαι. Που πάμε;

(Ο Μάνος δε μιλάει.)

Δέσποινα: (αλλοπαρμένα) Σ’ αγαπώ. Ψυχή μου, Σ’ αγαπώ…

(Ο Μάνος, σταματάει, ψελλίζει κι αυτός αλλοπαρμένα “Σ’ αγαπώ”, γυρίζει απότομα, την αγκαλιάζει, τη ρίχνει κάτω και σκύβει επάνω της να τη φιλήσει. Έξαφνα, σα λύκος σε κίνδυνο, τη σηκώνει, την τραβάει και συνεχίζουν να τρέχουν.

Μάνος: Έχω ακουστά κάποιο σχολείο, βιβλιοθήκη πια που είναι, τον έρωτά μας να κρύψουμε κι εμείς να κρυφτούμε. Πώς αγαπώ τα μάτια της ψηχής μου, που είσαι εσύ. Πως αγαπώ εσένα μικρό μου, τρυφερό ζαρκάδι. Στα χνάρια σου πατώ και στο ρυάκι που δροσίζεσαι αφήνω το αίμα τη γδαρμένης μου καρδιάς με τ’ ονομά σου. Σε θέλω μ’ όλη την ορμή της Φύσης, άγρια κι αρπακτικά, τα νύχια μουυ στις σάρκες σου να χώσω και το άιμα σου να πιώ, δική μου να γεννεί και να την κάνω την τριανταφυλλένια άυρα σου. Τα παραθύρια της μοίρας σου να σπάσω κι εκεί να κατοικησω. Για πάντα. Μίλα μου. Μίλα μου. Μίλησέ μου: Πες μου πως μ’ αγαπάς, να τ’ ακούσω πάλι κι ας πεθάνω. Κι ας πεθάνω…

Δέσποινα: (Γαλήνια) Σ’ αγαπώ!.. Μου σαλεύει… Το μυαλό μου σταματάει, όπως κι ο χρόνος γύρω μου εδώ. Άλλη θωριά τα μάτια μου δεν έχουν, όπου κι αν είσαι. Είσαι το μονιμο και το παντοτινό. Στα μάτια μου, στην καρδιά μου, στην ψυχή μου. Το ευωδιαστό μου κέντρο, στο δικό μου σύμπαν είσαι εσύ. Και η στάλα στο δάκρυ εσύ…

Μάνος: Πάμε. Έχουμε ώρες πριν το ξημέρωμα να’ ρθεί. Κι είαι κοντά αυτή η φωλιά να μας ζεστάνει.

Δέσποινα: Σ’ ακολουθώ. Οδηγησέ με φως μου και δείξε μου το δρόμο. Εσένα πάντα ονειρευόμουνα στα πρωινά μου ονειροδρόσια. (Ο Μάνος την αρπάζει από το χέρι) Στα χέρια σου αφήνομαι. Πήγαινέ με, ανδρα μου κι οδηγέ μου, στ’ απέραντα μυστικά. Της ζωής γλυκό τραγούδι, ρευστό και μελιστάλαχτο.

(Τρέχουν για λίγο και σταματούν.)

Δέσποινα: Θέλω κάτι να σου πω!..

Μάνος: Όχι τώρα. Μπορεί σιμά να είναι,

Δέσποινα: Ανάγκη είναι και πρέπει.

Μάνος: Σε παρακαλώ. Σα φτάσουμε εκεί υπόσχεση σου δίνω, θα ρουφήξω ό,τι μου πεις.

Δέσποινα: Άκουσέ με.

Μάνος: Πρώτα να σε νοιώσω ασφαλή.

Δέσποινα: (Νεύει εντάξει)

Εικόνα Δεύτερη

(Ο Πέτρος, ο Πατέρας και η Κα. Ελίζα ψάχνουν στις πατρικές εκτάσεις το κλεμμένο ζευγάρι.)

Πατέρας: Δεν έχω λόγια να πω, από το στόμα μου άμμος βγαίνει ξεραμένη. Δεν έχω σκέψη και μυαλό.

Πέτρος: Να τους βρούμε. Πως δεν καταλαβαίνω τίποτα σας ομολογώ. Πάμε.

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά. Τα παιδιά προέχουν οπωσδήποτε. Ωσονούπω, να ιδείτε θα τα έχουμε βρει. Πια τότε θα μας εξηγήσουν το μυστήριο τόυτο, το βραδυνό. Μόνο καλά να’ ναι. Τα παιδιά… Αχ! Τα παιδιά… Γιατί παιδιά μου…

Πατέρας: Δεν ξέρω γιατί μα σκοπεύω να μάθω.

Πέτρος: Πολύ κακόγουστο αστείο, που αστείο δεν είναι. Θυμό μεγάλο κρύβω και πόνο. Μόλις αντάμα βρεθούμε… Τότε όλα θα ξεδιαλύνουν. Τότε μόνο…

Πατέρας: Κουράγιο, παιδί μου. Σα να τους νοιώθω κοντά.

Κα. Ελίζα: Να μας πουν τα παιδιά. Να μας εξηγήσουν. Να μας πούνε πως και γιατί. Αυτό προέχει.

Πατέρας: Το πως χρειαζούμενο δεν είναι. Το γιατί φαίνεται καθάρια κι όλοι το βλέπουμε. Το νοιώθετε κι εσείς;

Πέτρος: Εγώ βαθειά πολύ και με θεριεύει.

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά. Αχ! Τα παιδιά…

Πέτρος: Τα παιδιά να πουν γιατί. Αν ξέρουν μες το βάθος. Γιατί αυτή τέτοια χαρά μου δίνει ψεύτικη και πίσω μου την παίρνει. Τέτοια ψεύτρα και αχάριστη πού και σκλυλα. Τέτοια είναι. Κι αυτός ο ύπουλος, που’ λεγα αδερφό μου, έτσι να κάνει… Ο μαύρος όφις λιγότερο δηλητήριο θα έσταζε αν με δάγκωνε σε όλο μου το σώμα. Ο πόνος λιγότερος και λιγότερα τα χαμένα. Λιγότερα τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί. Λιγότερες οι σκέψεις και πιό κοντά ο Θάνατος. Για όλους.

Κα. Ελίζα: Αχ! Παιδί μου τέτοια λόγια. Αχ! Τα παιδιά…

Πατέρας: Θα τους βρούμε.

Εικόνα Τρίτη

(Η Μαρίτσα κλαίγοντας εξομολογείται στο Μηνά.)

Μαρίτσα: Άκου τον πόνο της φτωχής, καλέ μου παπαγάλε. Εσύ που στομά λεν κρατείς και που μιλιά δε βγάζεις. Εσύ που απ’ όταν ήρθα εδώ, ένοιωθες πάντα τη σιγανή μου αναπνοή, στα μυστικά τ’ ακούσματά σου. Πρώτο για φίλο είπα εσέ και ύστερα το… Και φίλο κι άντρα κι αδερφό, ανάσα της ζωής μου, μικρό ιδρώτα στ’ όνειρο, πικρό καθώς κυλάει, στ’ απύθμενα θαμμένα σωθικά μου, λυμμένα καθώς κείτονται, στο βάθος του κορμιού μου κι αιμοσταλλάζουν τρυφερά, σα να’ ν’ ξεπεταρούδια, σα κάποιο πετροκέρασο, ριγμένο από το δέντρο της καρδιάς, λιωμένο μες τα φύλλα, που καρτεράει ένα φιλί για να γενεί ιδρώτας, μικρός μέσα σε όνειρο, πικρός καθώς κυλάει… Έτσι τον έλεγα εγώ, κι όσα κι α’ μου’ χει κάνει, έτσι το λέω πάλι εγώ κι όσα κι αν έρθουν απ ‘αυτόν, πάλι εγώ τα καρτερώ, γιατί τον Αγαπάω. Γιατί για μένα είναι Θεός, θεριό μαζί και Άγιος, η μυρωμένη λύπη μου κι η σιγανή φωνή μου, αυτός η κάθε σκέψη μου, η νύχτα μες τα μάτια μου, κατ’ απ’ τα βλέφαρά μου η εικόνα που θωρώ, είναι εκεί δεν είναι κι έχει όλα τα χαρίσματα για να’ ν’ ο Βασιλιάς μου κι εγώ γι αυτόν Βασίλισσα , εγώ γι αυτόν και Σκλάβα. Πες μου αιθέρια εσύ ψυχή, πες μου καλέ μου φίλε, πως να γενούν τα δάκρυα φως, το φως μου χαμογέλιο, πως να γδαρθεί η σκοτεινιά και φως να ξεπροβάλλει, πως να ραγίσει η σκοτεινιά, να πέσει και να σπάσει, πως να χαρώ εγώ μ’ αυτά που κλέβουν τη ζωή μου και να γελάσει η χαρά μες την αναπνοή μου. Πες μου Μηνά σ’ εκλιπαρώ, αν έχεις το Θεό σου, αν είχες συ Θεού ισχύ, μίλα μου, μίλα μου, δες κι εγώ στα πόδια σου χτυπιέμαι και σου ζητώ μια συμβουλή, πες μου, πιά τι να κάμω, αν δε μου πεις εσύ Μηνά, που’ χεις ανθρώπου λογισμό κι άλλον εγώ στον κόσμο αυτό για συντροφιά δεν έχω, αν δε μου πεις τι να γενεί, με τούτο το Μαχαίρι εδώ, μπροστά στα πόδια σου, Μηνά, θα γίνει να πεθάνω…

(Ο χρόνος παγώνει κι ο Μηνάς από παπαγάλοςγίνεται άνθρωπος)

Μηνάς: Κραα!!… Τα τύμπανα πάλλονται, οι στρατιές προελαύνουν κι ο έρωτας ακόμα θειάφι μυρίζει , όπως τα παλιά θαύματα που γεννιούνται σιωπηλά μέσα στα απάτητα έγκατα των βουνών της ψυχής μας. Οι σκιές τρέχουν, οι σκέψεις παγώνουν, τα νερά κρύσταλλα, διαμάντια, τα σύννεφα μαύρα, η φωνή παντού. Κατάρα στην αγάπη κι όλα τα τάματα τα Άγια. Κατάρα, κατάρα, κατάρα και στα γόνατα προσκυνώ, φιλώ και τα κομμάτια της καρδιάς μου εναποθέτω ευλαβικά στο εικόνισμά της. Τί ώρα είναι; Ρώτα τον ήλιο το Μεγάλο Ρολόι και θα σου πει. Είναι η ώρα της καρδιάς και του Μεγάλου Πόνου. Αφού κατάλαβες τα περαγμένα.

Εκεί που έσταζε το δάκρυ, εκεί ξεκίνησε η φωτιά

κι έγινε αμέσως πυρκαγιά.. Κει φύτρωσε λουλούδι

ένα λουλούδι της φωτιάς, με πεταλάκια λησμονιάς

και φύλλα δάφνης.

Το άρωμά του γιασεμί κι όλος ο κόσμος σα χαρεί

να το μυρίσει θέλει. Μα όταν τρυπήσουν μονομιάς

τα σύννεφα της πεθυμιάς, απ’ τα κλαράκια της καρδιάς

στάζει ένα δάκρυ.

Εκεί που έσταξε το δάκρυ, εκεί ξεκίνησε η φωτιά

κι έγινε αμέσως πυρκαγιά.. Κει φύτρωσε λουλούδι

ένα λουλούδι της φωτιάς, με πεταλάκια λησμονιάς

και φύλλα δάφνης.

Το άρωμά του γιασεμί κι όλος ο κόσμος σα χαρεί

να το μυρίσει θέλει. Μα όταν τρυπήσουν μονομιάς

τα σύννεφα της πεθυμιάς, απ’ τα κλαράκια της καρδιάς

στάζει ένα δάκρυ.

Και… Καταλαβαίνετε… Έτσι έφτασε το Μαύρο. Έτσι τους τύλιξε και τους αγάπησε. Και το αγάπησαν κι αυτοί. Όλοι.

Πράξη Τρίτη

Εικόνα Πρώτη

(Ο Μάνος και η Δέσποινα έχουν βρει καταφύγιο στο σχολείο-βιβλιοθήκη. Ο Μάνος προσπαθεί να τακτοποιήσει το χώρο λες και φτιάνχει τη φωλιά που θα μείνουν για πάντα. Η Δέσποινα απλά αμέτοχη, σα να μην έχει σημασία.)

Μάνος: Φτάσαμε πιά. Εδώ μπορούμε να κρυφτούμε. Κρυώνεις;

Δέσποινα: Εντάξει είμαι. Όμως…

Μάνος: Άκου τη θάλασσα. Πως βουίζει. Δεν είναι πολύ μακρυά. Κι εδώ κοντά ενώνει με το ποτάμι.

Δέσποινα: (Με τρόμο) Θέλω να σου πω…

Μάνος: (Σα χαμένος) Κάνε υπομονή. Να φροντίσουμε πρώτα να ζεσταθούμε. Να βάλουμε κάτι επάνω μας. Δεν πήραμε κάτι για φαγητό. Να φας.. Δεν…

Δέσποινα: Άκουσέ με. Είναι σημαντικό.

Μάνος: Μόλις μπήκαμε. Άσε με να απολαύσω την ησυχία για ένα λεπτό. Μαζί σου.

Δέσποινα: Μα δε θέλεις να με ακούσεις; Προσπαθώ ώρα να σου πω…

Μάνος: Άκου. Παφλάζει το νερό και λυσομανάει ο αέρας…

Δέσποινα: (Αποφαστιστικά) Δεν ξέρω γιατί ήρθαμε εδώ.

(Παύση. Κοιτάζονται σα να ξέρουν ήδη την απάντηση. )

Μάνος: Τι εννοείς;

Δέσποινα: Δεν το νοιώθεις;

Μάνος: Ποιό;

Δέσποινα: Αυτό το κενό. Αυτό που με γέμιζε, τώρα δεν υπάρχει. Ξεφούσκωσε, χάθηκε.

Μάνος: Πώς μπορείς να το λες αυτό. Θυμάσαι αυτά που λέγαμε;

Δέσποινα: Ναι.

Μάνος: Τότε, που η μάνα σου δεν ήθελε ούτε κάτω από το παραθύρι σου να περνάω. Γιατί από τα δύο αδέρφια, εγώ δεν ήμουν ο καλός. Αυτό δεν το ξεχνάω.

Δέσποινα: Δεν το έκανε επίτηδες. Μόνο εμένα έχει. Σκέφτεται παράξενα. Και σα μάνα και σαν πατέρας.

Μάνος: Εμένα δε με σκέφτηκε όμως. Όταν σου απαγόρευσε να με βλέπεις. Όταν σε κλείδωσε στο σπίτι, όταν με κόλπα τράβηξε τον αδερφό μου αντί για μενά στο σπίτι σας και στον έδωσε πακέτο.

Δέσποινα: Μάνο, πόνεσα πολύ. Έκλαψα πολύ. Δεν ήταν δίκαιο. Ούτε για μένα ούτε για σένα. Μου άφησε μεγάλο πόνο μέσα μου. Σα να μου γδάρανε τα σωθικά.

Μάνος: Στον κόσμο αυτό δεν είχα τίποτα. Μόνο εσένα. Και σε πήρανε. Από τα χέρια μου μέσα. Ε, λοιπόν, έκανα κι εγώ το ίδιο. Σε πήρα από τα χέρια τους μέσα. Και τώρα σε θέλω εδώ, δικιά μου.

Δέσποινα: Δεν το νοιώθεις;

Μάνος: Ποιό;

Δέσποινα: Το κενό. Ξέρεις ποιό. Αυτό που δεν είναι όπως πριν…

Μάνος: Μην το λες αυτό.

Δέσποινα: Είναι αλήθεια.

Μάνος: Σε παρακαλώ, μην το λες αυτό. Ό, τι θες αλλά όχι αυτό.

(Παύση)

Δέσποινα: Αγαπώ τον Πέτρο.

(Ο Μάνος σωριάζεται γονατίζοντας στο έδαφος.)

Δέσποινα: Είσα καλά;

Μάνος: Δεν είναι αλήθεια. Όχι, δεν είναι αλήθεια.

Δέσποινα: (Με κατανόηση) Είναι. Τα πράγματα αλλάζουν. Κι ο καιρός τα έφερε μέσα μου αλλιώς.

Μάνος: Αφού μαζί μου το έσκασες. Ήρθες μαζί μου. Έτρεξες μαζί μου. Το έσκασες κι ήξερες τις συνέπειες.

Δέσποινα: Το έκανα. Μα ήταν σα να μην ήμουν εγώ. Θα το έλεγα πως δεν ήμουν όμως ξέρω πως μέρος μου το ήθελε. Σαν να τρέχεις κόντρα στον άνεμο κι όταν σταματήσει αυτός να φυσάει σου έχει μείνει η φόρα.

Μάνος: (Μονολογώντας)Σα να σε έσπρωχνε το Φεγγάρι… (Με παράπονο) Σταμάτησε για σένα η φόρα του ανέμου…

Δέσποινα: Μάνο… Θα μπορούσα να πω δυστυχώς. Η χαρά που έχω μέσα μου για τον Πέτρο δε με αφήνει. Ήταν δύσκολο να έρθω στο σπίτι σας… (Πάυση. Με δυσκολία) Το ξέρουμε κι οι δύο πως ευτυχισμένοι θα είμαστε όλοι, αν εγώ είμαι με τον Πέτρο.

Μάνος: Μου σκίζει τα σωθικά. Μόνο η ιδέα του τι συμβαίνει. Το μπλέξιμο. Σχεδόν το αισθάνομαι, πως κάποιος είναι σα να γελάει με αυτήν την κατάσταση.

Δέσποινα: Το νοιώθεις κι εσύ;

Μάνος: Ναι… Τον αδερφό μου πρόδωσα. Στην προσπάθεια να μην προδώσω εμένα κι εσένα. Όλους τους πρόδωσα τελικά…

Δέσποινα: Τί σε πονάει πιό πολύ;

Μάνος: Ο αδερφός μου. Ντρέπομαι. Πώς θα τον αντικρίσω πιά; Εσύ; Πώς θα το δεις στα μάτια; Πως θα του πούμε πως τον αγαπάμε; Ο καθένας απο τη σκοπιά του;

Δέσποινα: Αυτό θα είναι δύσκολο. Για όλους. Όμως, αξίζει να προσπαθήσουμε. Ενάντια στα όσα μας οδηγούν να κάνουμε αυτά που κάνουμε, τις στιγμές που δεν τα θέλουμε…

Μάνος: Για μένα δεν έχει σταματήσει η φόρα του ανέμου. Ακόμα τρέχει, Δέσποινα. Όπως τότε που στο υποσχόμουν.

Δέσποινα: Καλύτερα να γυρίσουμε…

Μάνος: Που; Πίσω στη ντροπή;

Δέσποινα: Μια ντροπή ξεκάθαρη, ντροπή δεν είναι. Καλύτερα πίσω και με την ειλικρίνεια να λάμπει στο μέτωπο παρά μακρυά και κυνηγημένος. Θα τους τα πω όλα. Και πως εσύ δε φταις. Εγώ τα φταίω όλα. Ίσως, να μας συγχωρήσουν.

Μάνος: Μη λες κουταμάρες. Δε φταις εσύ. Εγώ σου πήρα τα μυαλά. Κι εγώ σε έκλεψα απο το σπίτι κι από τις αγκαλιές των αγαπημένων. Αν το θέλεις τόσο πολύ, θα πάω εγώ. Κι όταν είναι ασφαλές, θα έρθω να σε πάρω. Αφού όλα έχουν ξεκαθαρίσει.

Δέσποινα: Θα σκοτωθείτε. Ο Πέτρος θα είναι έξω φρενών. Δε θα μπορεί να δει καθαρά. Μην πας.

Μάνος: Του χρωστάω. Καλύτερα σύντομα νεκρός παρά αιωνίος προδότης.

Δέσποινα: Όχι , Μάνο, σε παρακαλώ…

Μάνος: Οι αποφάσεις που πήρα μέχρι τώρα στη ζωή μου, δεν ήταν τίμιες. Σε αυτά που ήθελα κι αισθανόμουν. Έχω τώρα τη δύναμη να διορθώσω το κακό.

Δέσποινα: (Κρεμιέται από πάνω του) Μην πας. Ανησυχώ…

Μάνος: Εσύ έχεις τον Πέτρο τώρα. Εγώ ποιόν έχω;…

Δέσποινα: Μην το λες αυτό…

Μάνος: (Τη σπρώχνει έντονα αλλά με προσοχή να μη χτυπήσει) Εσύ έχεις τον Πέτρο! Εγώ ποιόν έχω!!!…

Εικόνα Δεύτερη

(Η Μαρίτσα με τον παπαγάλο στο ίδιο μέρος. Ο παπαγάλος τραγουδάει στα παπαγαλίσια. Εμείς ακούμε ανθρώπινο τραγούδι.)

Μηνάς: (τραγουδάει)

Τα δάκρυα του Φεγγαριού

έρχονται από γέλια

αγγίζει μας, στοιχειώνει μας

έρχονται απο γέλια.

Όσο κι αν προσπαθείς να δεις

έρχονται από γέλια

μη γελαστείς, να μη χαθείς

έρχονται απο γέλια.

Τι το Φεγγάρι είναι σοφό

έρχονται από γέλια

αγγίζει μας, στοιχειώνει μας

μη γελαστείς, να μη χαθείς

Κι όσο κι αν φαίνεται σκληρό

μη γελαστείς, να μη χαθείς

έρχονται από γέλια

απάνω του να κρατηθείς.

Τι το Φεγγάρι είναι σοφό…”

Τι να γνωρίζω όμως εγώ, μιλώ σαν το γελωτοποιό, και παίζω μουσικούλα. Κι αν με περνάνε για τρελό, μιλώ με λόγο φανερό κι όσα έχω δείχνω στο φτερό, απλά λιγάκι τραγουδώ και κάνω τσιριτσάντσουλες και λίγες φιοριτούρες. Όμως, μη σας ξεγελώ, κατέχω ένα μυστικό, που όταν, Μαρίτσα, θα σου πω, θα’ ναι αρκετά σημαντικό. Γιατί σε διάλεξα Εγώ, Μαρίτσα, που είμαι αερικό και στις ψυχές γυρνάω. Κι ακούω διάφορα σ’ αυτό, που λένε ανθρώπων θυμικό. Γι αυτό λοιπόν…

Δες το Φεγγάρι, σε οδηγεί. Απάνω του να κρατηθείς. Να πας αμέσως να τους βρεις. Ξέρεις που είναι. ( Τη φυσάει) Βιβλιοθήκη σα θα βρεις κι όλη τη γνώση, πες τους από μένα ένα γειά, ύστερα κοίτα τους βαθειά και…

(Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ο Μηνάς, η Μαρίτσα ήδη ξεκινάει να πηγαίνει προς το μέρος που ο Μηνάς έβαλε στο μυαλό της. Σα να έσπασε τον κώδικα ή σα να ξεπέρασε τη μαγεία.)

Μηνάς: (Με απορία) Άλλο πάλι και τούτο…

Εικόνα Τρίτη

(Ο Πέτρος, η Κα. Ελίζα και ο πατέρας κυκλικά σιμώνουν στο μέρος οπού βρίσκονται ο Μάνος και η Δέσποινα.)

Πέτρος: Ξέρω που θα έχουν πάει. Μέρος κατέχω φανερό, που ο Μάνος μίλαγε μικρός πως είναι αγαπημένο. Εκεί θα παμε να τους βρώ. Κι εκεί θάνατο θε να μοιράσω.

Κα. Ελίζα: Αχ παιδιά μου. Τα παιδιά. Να βρούμε πρώτα τα παιδιά. Να τους μιλήσουμε. Πέτρο μου, να τους μιλήσουμε…

Πατέρας: Πέτρο μου, αγόρι μου, ψυχή της ψυχής μου. Σαν τους βρούμε να ρωτήσουμε πρέπει. Εκείνοι πρέπει να μας πουν. Ένα πως, ένα γιατί.

Πέτρος: Θα γίνει φονικό. Συζήτηση δε χωράει. Τα φίδια στο χωράφι τα καίμε. Το χωράφι με τα ζουζούνια το καίμε. Έτσι, καρπίζει η σοδειά, Θα πάρει ελάχιστο καιρό και πάλι να ορθώσει. Μα ό, τι μη ωφέλιμο σταθεί, θα το αφανίσω.

Πατέρας: Αγόρι μου, ο αδερφός σου είναι και η γυναίκα που αγαπάς.

Κα. Ελίζα: Αγόρι μου, πόσο αγαπάς το Δεσποινιώ θυμήσου…

(Ο Πέτρος και ο πατέρας την κοιτάζουν)

Κα. Ελίζα: (Μονολογεί) Δεν έχει από μένα άλλον. Μόνο εγώ υπάρχω εδώ, και μάνα και πατέρας…

Πέτρος: Μη μου μπερδεύεται τις σκέψεις με φωνές, ούτε με κλάψες. Ο, τι είναι να γίνει θα γενεί και η συζήτηση τελειώνει. Εδώ. Να ακούω τίποτα δε θέλω πια. Κάθε κουβέντα μαχαιριά, κάθε λέξη τρύπημα στο πνευμόνι και να ανασάνω δε μπορώ. Σωπάστε πια, φωνές μες το μυαλό μου!..

Πατέρας: Έλα παιδί μου. Δε θα μιλάω. Μον’ υποσχέσου μου πως λογικά θα σκεφτείς για τα παιδιά. Δεν υπάρχει τίποτα που να μη διορθώνεται. Μόνο ο θάνατος ν’ αλλάξει δε μπορεί. Τα άλλα όλα φτιάχνουν.

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά. Αχ! Τα παιδιά. Γιατί, παιδιά μου;

Πέτρος: Σιωπή. Κι αν θέλετε έστω και για ένα λεπτό να ζήσουν μόλις τις μπασταρδες ψυχές τους αντικρύσω, θα κάνετε σιωπή. Μόνο σιωπή…

Κα. Ελίζα: Σιωπή, Πέτρο μου. Σιωπή…

Πατέρας: Σιωπή, αγόρι μου, καλό. Σιωπή…

Εικόνα Τέταρτη

(Η Μαρίτσα πλησιάζει φτάνει στο Μάνο και τη Δέσποινα. Μπάινει στη βιβλιοθήκη.)

Μαρίτσα: Είναι κανείς εδώ; Ένα όνειρο μου είπε πως να σας βρω. Μάνο…

Μάνος: Μαρίτσα; Πώς βρέθηκες εδώ;

Μαρίτσα: (Δεν κοιτάζει καν τη Δέσποινα) Το φεγγάρι μου παρουσιάστηκε και μου το είπε.

Μάνος: Μαρίτσα, γύρνα πίσω. Δεν είναι μέρος αυτό για σένα. Αν μας βρήκες εσύ, τότε οι άλλοι θα μας βρουν γρήγορα. Τί συμβαίνει; Ξέρεις… Δεν υπάρχει εξήγηση. Εμείς… Απλά… Η Δέσποινα κι εγώ…

Μαρίτσα: Μην εξηγείς. Δε χρειάζεται. Ήρθα να δω μόνο αν είσαι καλά. Δε με νοιάζει τίποτα άλλο. Όλο το σκοτάδι το καταπίνω, να βλέπεις μόνο φως. Να κοιτάς το φως, σε όποιου τα μάτια ποθείς. Εγώ θέλω μόνο να βασιλεύεις, στην καρδιά. Τη δική μου… (κοιτάζει την Δέσποινα) ή άλλη. Να ζεστένεσαι στην πύρα της Αγάπης. Αυτά ήρθα να σου πω, πριν φύγεις. Δεν ήρθα να σταθώ εμπόδιο. Δεν ήρθα να σε σταματήσω. Να σε βοηθήσω ήρθα. Να κάνω ό, τι χρειαστεί για να το σκάσετε…

Μάνος: Μαρίτσα…

Μαρίτσα: Φύγετε. Δε θ’ αργήσουν να έρθουν. Σε παρακαλώ, να προλάβετε.

Μάνος: Δεν έχει σημασία.

Μαρίτσα: Έχει για μένα. Θέλω να είσαι ζωντανός. Εάν δε φύγετε, θα γίνει σκοτωμός. Κι εγώ θέλω να βασιλεύεις…

Μάνος: Μαρίτσα, ήταν λάθος.

Μαρίτσα: Όχι, ήταν σωστό να έρθω. Φύγε, σε παρακαλώ. Φυγέτε.

Μάνος: Δεν υπάρχει πουθενά να πάμε.

Μαρίτσα: Οπουδήποτε είναι καλύτερα από εδώ. Να πάρε. (Του δίνει ένα πουγκάκι) Είναι όσα έχω. Όσα έχω για να στείλω στο χωρίο. Τα μάζευα. Πάρ’ τα…

Δέσποινα: (Με λύπη) Δε σε αγάπησα ποτέ, έτσι. Μόνο τον Πέτρο αγαπώ με αυτή τη δύναμη.

Μάνος: Το ξέρω. Κι εγώ τον αγαπώ με μια δύναμη σπουδαία. Ήρθε η ώρα να κάμω το σωστό. Να παραδοθώ στα χέρια του δίκαιου. Κι αν είναι δίκαιο και σωστό να σκοτωθώ ας είναι. Αν είναι δίκαιο να εξηγηθώ, να εξηγηθώ.

Μαρίτσα: Τί συμβαίνει; Τί λόγια είναι αυτά; (Στη Δέσποινα) Πως γίνεται να μην τον αγαπάς; Πώς γίνεται να θέλεις άλλον απ’ αυτόν;

Δέσποινα: Ντρέπομαι, για τη στεναχώρια που προκαλώ, στον Πέτρο, που έφυγα με μια παλιά μου αγάπη, το Μάνο, που του σκίζω τα σωθικά με την παραδοχή μου, τη μάνα μου κι όλους τους άλλους. Ντρέπομαι, για πράγματα που δεν αισθανομαι δικά μου…

Μάνος: Μείνετε εδώ. Μαρίτσα, δώσε κουράγιο στη Δέποινα όσο θα λείπω. Αν δε γυρίσω πιο μετά, φύγετε. Φύγετε παρέα. Θα είναι αστείο και τραγικό να φύγετε παρέα μα πρέπει.

Μαρίτσα: Σε παρακαλώ, μην πας.

Μάνος: Θα πάω.

Δέσποινα: Τρέμω στη ιδέα.

Μάνος: Τρέμω στη ιδέα να έχω προδώσει ό,τι η ψυχή μου βαστάει πιο πολύτιμο. Την αγάπη όσων αγαπώ.

Μαρίτσα: Μην πας, σε ικετεύω…

Μάνος: Αφού σαν άντρας λογιέμαι, σαν άντρας θα πράξω.

(Η Μαρίτσα κρεμιέται από το λαιμό του.)

Μαρίτσα: Καλύτερα ζωντανός και κυνηγημένος παρά νεκρός και δίκαιος. Μη πας. Να χαρείς. Κι ό,τι θέλεις σου τάζω.

Μάνος: Πάω, Μαρίτσα μου. Όση αξιοπρέπεια έχω ακόμα μέσα μου θα τη χαρίσω σε αυτούς που αγαπώ. Δύσκολες ισορροπίες στη ζωη. Η αξιοπρέπεια του θέλω και η αξιοπρέπεια του σωστού. Μα η αγάπη μετριέται στα όσα απαρνιέσαι. Όχι στα όσα θέλεις.

(Ο Μάνος κάνει να φυγει. Η Μαρίτσα τον γραπώνει από το σβέρκο και τον πετάει κάτω, με σκοπό να τρέξει έξω πρώτα εκεινη.)

Μαρίτσα: Δε θα αφήσω κανέναν να σε βλάψει. Δίκιο η άδικο θα το μετρήσω με αγάπη. Καλύτερα η δική μου ζωή παρά η δική σου.

Μάνος: (Ακόμα κάτω) Μαρίτσα, ξέρεις το σωστό.

Μαρίτσα: ( Βγάζει ενα μαχαίρι από τον κόρφο της) Με τούτο το μαχαίρι εδώ θα ξύσω τις σκλήθρες που μας τσιμπάνε. Και πια δε θα μας ενοχλούν. Εγώ θα πάω. Εγώ θα φτιάξω τα πράγματα ίσια. Μείνε κάτω. Σε παρακαλώ…

Μάνος: Μαρίτσα! Έλα στα συγκαλά σου. Άστο μαχαίρι κάτω. Δεν είναι δική σου δουλειά.

Δέσποινα: Ποτέ δε σε αγάπησα έτσι. (Αναστενάζει) Μόνο τον Πέτρο…

Μάνος: Μαρίτσα, δε μπορείς να κάνεις κακό σε ανθρώπους που δε φτάινε. Το κακό από μεριά μου ξεκίνησε.

Δέσποινα: Μεριά μας… Δεν το βαστώ αλλά αλήθεια είναι.

Μάνος: Μην πας. Άσε εμένα.

(Η Μαρίτσα φεύγει. Πρίν βγεί, κόβει το χέρι της με το μαχαίρι.)

Εκόνα Πέμπτη

(Βγαίνοντας, η Μαρίτσα, συναντάει τους υπόλοιπους, λίγο πιο μακρυά από τη βιβλιοθήκη. Τους φωτίζει το φεγγάρι.)

Πέτρος: Πού είναι; Πού είναι εκείνοι;

Μαρίτσα: Μακρυά.

Πατέρας: Πού μακρυά; Κι πόσο;

Κα. Ελίζα: Που είναι τα παιδιά; Αχ! Τα παιδιά…

Πέτρος: Πες μου πού βρίσκονται τα φίδια. Που βρίσκονται οι μαύρες ψυχές, πες μου. Δικαιοσύνη να δοθεί, από το χέρι μου το στιβαρό, το δίκαιο και το σωστό.

Πατέρας: Κάτι κρατάει. Τι κρατάς εκεί;

Μαρίτσα: Το δίκαιο στο χέρι μου.

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά. Αχ! Τα παιδιά…

Πέτρος: Κανείς δεν έχει το δίκιο με το μέρος του. Μόνον εγώ!..

Μαρίτσα: Εγώ το χέρι σου είμαι το στιβαρό, το δίκαιο και το σωστό. Εγώ ξύνω τις σκλήθρες από τα ξύλα που σε ενοχλούν. Εγώ χτυπάω με κριτή δίκιο. Εγώ χρωματίζω τα ξεθωριασμένα.

Πέτρος: Δε μπορείς!

Πατέρας: Τι κρατάς εκεί, σου λέω;

Μαρίτσα: Ένα μαχαίρι που στάζει στο δάκρυ και τρυπάει τα σύννεφα της πεθυμιάς. Ένα μαχαίρι πορφυρό.

Πατέρας: (Με τρόμο) Τί έκανες εκεί;..

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά! Αχ! Τα παιδιά!!!! Γιατί παιδιά μου; Γιατί το έκαμα αυτό παιδιά μου; Γιατί σας το έκανα;

(Γυρίζουν όλοι και κοιτούν την Κα. Ελίζα.)

Πατέρας: Που είναι τα παιδιά. Πες μου τώρα.

Μαρίτσα: Τα σκότωσα για να δοθεί το δίκαιο. Το Φεγγάρι με φώτισε και μου είπε το πως και το γιατί. Έτσι, όλα ισορροπούν στην παλιά ισορροπία. Η μάνα θέλει έλεγχο, ο πατέρας όχι πια πόνο, ο αδερφός εκδίκηση… κι εγώ μια αγάπη δική μου.

Πέτρος: Εκδίκηση θα πάρω γιατί δικαιωματικά δική μου είναι.

Πατέρας: Όχι!… Όχι, τα παιδιά. Τα παιδιά μου. Οι παλιές μου προσδοκίες. Τα νέα μου όνειρα.

Κα. Ελίζα: Όχι!.. Όχι, τα παιδιά. Γιατί παιδιά μου; Γιατί σας το εκαμα;

Πέτρος: Τώρα, τι κάμνω; Τίποτα δε μου έμεινε πια. Το τίποτα γεμίζει το κενό μου. Μία ιδέα οδηγό είχα κι αυτή πάει. Λείπει η ίδια η επιθυμία ή αυτοί που περιέχονται μέσα της;

(Ο πατέρας και η Κα. Ελίζα θρηνούν για το χαμό των παιδιών τους. Ο Πέτρος απορροφά την ιδέα της μη εκδίκησης και σιγά σιγά έρχεται η κατανόηση πως χάθηκαν περισσότερα από αυτό.)

Μαρίτσα: Σκοτωμένοι κείτονται πια. Μήτε αγκαλιά ο ένας στον άλλον. Φρόντισα γι’ αυτό. Μα είχαν ήδη από μόνοι τους φροντίσει. Λάθος τραγικό μου είπαν ήταν. Μα πιό πολλά απ’ αυτά θα ξέρει εκείνη, που σωπά και μόνο μια φράση πιπιλάει.

(Πλησιάζουν ο Μάνος και η Δέσποινα, χωρις να έχουν αντιληφθεί τους αλλους συζητώντας έντονα.)

Πέτρος: Μα πως; Περπατάνε οι νεκροί; Δε γίνεται. Φίδια τρομερά κι ανήκουστα, με δαγκώματα μαύρα και δηλητηριώδη, η τελευταία πνοή σας είμαι!..

(Ταυτόχρονα η Κα. Ελίζα και ο πατέρας προσπαθούν να συγκρατήσουν τον Πέτρο από το να κάνει καό στο Μάνο και τη Δέσποινα.)

Μάνος: Δίκιο κατέχεις και καρτερείς. Εγώ φταίω για όλα. Όχι αυτή. Πάρε το δίκιο που σου αναλογεί.

Δέσποινα: Φταίω κι εγώ!..

Μαρίτσα: (Προτάσσει το μαχαίρι προς τον Πέτρο)Πίσω! Πίσω και μην κουνηθεί κανείς. Αν είναι κάποιος να πάρει κάποιον στο λαιμό του, καλύτερα εγώ να είμαι αυτή. Μην κουνηθεί κανείς, γιατί όλους σας σας αγαπάω μα δε φοβάμαι πιά. Ο φόβος πάει ταξίδι βαθειά μέσα μου και δεν επιστρέφει για πράγματα που σημαντικά αναδύονται. Αυτή! ( Δείχνει την Κα. Ελίζα) Αυτή να πει. Που όλο λέει και μυξοκλαίει, αυτή που όλα τα παρέσυρε στη δίνη του ελέγχου της και της θέλησης της κόντρα να πάει στην καρδιά και το ασήμισμα το μαγλινό του ανθρώπινου κοιτάγματος έσπασε! Μίλα και βάλε τα πράγματα στη θέση τους! Μίλα τώρα!

Κα. Ελίζα: Τί να πω; Τί πρώτα να πω και τι να μαρτυρήσω. Για σένα, κοριτσάκι, παδί μου γλυκό, μου το έκαμα. (Στο Μάνο) Κι αν την αγαπάς κι εσύ το νοιώθεις. Σαν κάποιος άλλος να μου είπε πως τα πράγματα έτσι να γενούν πρέπει. Κι εγώ ακολούθησα ή πρόκαμα. Δεν ξεύρω. Όμως, σ’ αδίκησα, το ξέρω και πίσω να το πάρω δε μπορώ.

Πέτρος: Τι εννοείς; Πες το ξεκάθαρα. Μισόλογα μη λες. Τι εγώ να σπάσω κάποιον καρτερώ και δεν κρατιέμαι. Κάπου να διώξω τη μαυρίλα που με περιζώνει, σα καπνός φωτιάς μεγάλης και καυτής.

Μάνος: Ό, τι έγινε, έγινε ,αδερφέ. Και μη σκας. Εγώ το φταίξιμο όλο παίρνω και δε μιλώ. Διώξε με, νεκρό η ζωντανό. Μα εγώ στα πόδια σου, σα φίδι που είμαι, θα σέρνομαι να σε φυλάω, να σε προσέχω στη ζωή. Σε μια ζωή που ευτυχείς να ζήσεις με μια γυναίκα που σε αγαπά.

Πέτρος: Αυτή με αγαπά; Αυτή που μια χαρά μου στάζει και μου την παίρνει πίσω; Αυτή η άχαρη μαζί και ψεύτρα; Μαχαίρι ή χωρίς μαχαίρι, εγώ θα σας σκοτώσω με τα χέρια μου τα ίδια κι ας ειν’ αυτή μου η πράξη η τελευταία. Τι μίσος με θεριεύει αταίριαστο. Μον’ θάνατος του πρέπει.

Πατέρας: Πέτρο, αγόρι μου, τα λόγια… ο αδερφός σου… αδύναμος…. εγώ…

Κα. Ελίζα: Εγώ τα φταίω όλα!

Μάνος: Να κερδίσω να σε λέω αδερφό…

(Ο Πέτρος, μην αντέχοντας, με μια κίνηση χιμάει στο Μάνο και ξεκινάει καυγάς μεγάλος. Η Μαρίτσα αφού ξεπερνάει το ξιάφνιασμά της μπαίνει αντρίκια στον καυγά να διορθώσει τα πράγματα. Ο Πέτρος ρίχνει κάτω το Μάνο και τον κρατάει. Η Μαρίτσα τον κρατάει.)

Μάνος: Χτύπα! Δε θα αντισταθώ. Το δίκιο με το μέρος σου σου δίνω.

Πέτρος: Μόνο με μία θα φύγεις από τον κόσμο αυτό. Μόνο με μια θα γίνεις αιθέρια σκόνη με τη Μάνα!

Μάνος: Δε θα χτυπήσω ούτε μιά. Κι ό, τι κι ας θέλει αν βγει. Με τη Μάνα; Με τη Μάνα. Μόνο εσάς έχω. Δεν έχω σημασία…

Κα. Ελίζα: Αχ! Παιδιά μου, μη σας παρακαλώ!

Μαρίτσα: (Με το μαχαίρι στο χέρι της και στο λαιμό του Πέτρου, που πιά τον κρατάει από τα μαλλιά) Σήκω από πάνω του και σαν άντρας φέρσου. Δες το δίκιο καθαρά. Άλλο λαιμό να κόψεις θέλεις μα να το δεις δε βαστάς.

Πατέρας: Πέτρο μου, Μάνο!..

Πέτρος: (Πνιχτά) Δεν είναι αλήθεια. Αυτό το φίδι.

Μαρίτσα: Άσε εκείνη να σου πει. Αλήθειες λέει πιά, για δε μπορεί να τ’ αρνηθεί.

Κα. Ελίζα: Πέτρο, παιδί μου, αλήθειες θα σου πω. Τα πράγματα όπως γίναν.

Πέτρος: Για Μάνα μου, δε λογιέσαι. Κράτα τα για σένα.

Κα. Ελίζα: Εγώ σου το’ κρυψα. Τα παιδιά αγαπιόνταν από πιο πριν!

(Ο Πέτρος σηκώνεται και τρέμουν τα πόδια του.)

Πέτρος: Πώς το’ πες αυτό;

Κα Ελίζα: Το δίκιο ανάγκη να σου πω. Και στο λέω.

Πέτρος: Άσε τα δίκια εκεί που πρέπει να είναι. Και μίλα. Το δικό σου λαρρύγι θα δαγκώσω και θα κόψω και θα φτύσω, αφού το αίμα σου καταπιώ. (Στη Δέσποινα) Είναι αλήθεια;

Δέσποινα: (Κλαίγοντας) Ναι…

Πέτρος: Μίλα! Και τα λόγια σου μέτρα.

Κα. Ελίζα: Εγώ φταίω για όλα…

Πέτρος: Μίλα! Με δυο λόγια μόνο. Υπομονή δεν έχω…

Κα. Ελίζα: Η Δέσποινα και ο Μάνος γνωρίζονταν από παλιά. Κι έρωτα μεγάλο είχαν. Στο παράθυρο ερχόταν και ποιήματα της διάβαζε, τραγούδια της μαρτυρούσε κι αγάπη της ψέλλιζε και για τη δύναμη του Φεγγαριού, όπως η μάνα σας σας έμαθε. Πώς το έλεγε να δεις… (Τραγουδάει, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί καλά το ρυθμό και τους στίχους) “Πέρνα τα δαχτυλά σου μέσα απ’ τα μαλλιά μου… οι αγγέλοι… Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι…”

Πέτρος: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι…

(Η Δέσποινα, ο Μάνος, ο Πατέρας είναι βαθειά συγκινημένοι από τη φόρτιση της ατμόσφαιρας.)

Πέτρος: Πες μου κι άλλα!

Κα. Ελίζα: Σταμάτησα το δέσιμο αυτό. Ποτέ να μην ξανάρθει στο παράθυρο, ποτέ μην ξαναβγεί, ποτέ τραγούδια να μην πει και μη λυγίσει. Μαντάλωσα το όλο. Κι έτσι, τα παιδιά χαθήκαν, αφού μέσα τη Δέσποινα κρατούσα και το Μάνο μακρυά.

Πέτρος: Με ποιό σκοπό;

Κα. Ελίζα: Να σου τη δώσω εσένα. Εσένα έβλεπα πιό πολύ, για ταίρι της μικρής μου. Πως είσαι άνδρας δυνατός κι όχι κλαράκι σαν το άλλο σου αίμα.

Πέτρος: Το άλλο μου αίμα… (Στο Μάνο) Είναι αλήθεια όλα αυτά;

Μάνος: Ναι.

Πέτρος: Και πώς με άφηνες να χαίρομαι για πνεύμα που δικό σου ήταν και σάρκα που στα χέρια σου ακουμπούσε; Πώς με άφηνες να γιορτάζει η ψυχή μου, με όλα δανεικά;

Μάνος: Ποτέ δικά μου δε γενήκαν μα ποτέ. Ούτε φιλί, ούτε χάδι. Ούτε του έρωτα καημός από το στόμα κανενός δε βγήκε. Αγνή κι άσπιλη, σαν τη μέρα του γάμου και το λευκό περιστέρι. Όλα δικά σου, όπως μου τα έλεγες.

Πέτρος: Ούτε τώρα; Τώρα, που μακρυά μας φύγατε μαζί;

Μάνος: Ούτε τώρα. Ούτε ποτέ. Δική σου μόνο να γενεί. Αυτό η ψυχή της λαχταρά.

(Ο Πέτρος το σκέφτεται.)

Πέτρος: ( Στη Δέσποινα) Αλήθεια είναι;

Δέσποινα: Αλήθεια φανερή. Μόλις από το σπίτι ξεστρατίσαμε, η μόνη σκέψη που είχα ήταν αυτή. Ένα κενό χωρίς εσένα, ένα κενό…

Μάνος: Συγχώρα με, Πέτρο. Το μέσα μου με θέριεψε και δεν το έλεγχα. Μια σκοτεινή δύναμη με παίδευε. Δεν το αρνούμαι το φταίξιμο το δικό μου όμως.

Μαρίτσα: Βλέπεις τώρα ποιός το φταίξιμο έχει; Κι όχι το αίμα το δικό σου. Το αίμα σου να μπλέκει πρέπει με αίμα που δένει. Αλλιώς, δε θα γελά, μες τα χωράφια της ζωής. Σε τράφο θα κυλάει.

Μάνος: Δική σου είναι αδερφέ. Ποτέ πια μάλωμα γι αυτό. Ένα κενό κι εγώ, χωρίς εσάς… Χωρίς εσάς χαρούμενους και λαμπερούς.

Πατέρας: Παιδιά μου, βρείτε τα, Να χαρείτε. Δεν έχω άλλους απο σας.

Κα. Ελίζα: Σχωράτε με, παιδιά μου, όλα.

Πέτρος: Δεν είναι ασθενικός. Ο Μάνος. Ούτε κλαράκι. Είναι ένας άντρας δυνατός και μάνα και πατέρας. Και αδερφός. Εκείνος με μεγάλωσε, όταν η μάνα έφυγε, εκείνος κάθισε μαζί μου χωρίς να βγάλει μιλιά κι έκλαψε μαζί μου. Κακώς έτσι το λόγισες, καλώς όμως για μένα. Την αγαπώ ακόμα. Κι εσένα αδερφέ. Και πατέρα.

Μάνος: Σε ευχαριστώ πολύ. Βάρος μεγάλο πήρες από πάνω μου. Να στο ξεπληρώσω πως.

Πέτρος: Να μην ξανακλεφτείτε πια. Δεν είν’ το τίμημα βαρύ.

Μάνος: Σε ευχαριστώ.

Πέτρος: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.

Μάνος: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.

Πατέρας: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.

( Στη σκηνή αργά και τελετουργικά μπάινει ο Μηνάς.)

Κα. Ελίζα: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.

Δέσποινα: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.

Μαρίτσα: Σ’ αγαπώ. Και δεν αλλάζει.

Μάνος: Πάμε στο σπίτι μας. Πάμε στο σπίτι μας, να πούμε έχουμε πολλά. Και μαζί, Μαρίτσα.

Πέτρος: Πάμε. Κι ό,τι έγινε να ξεχάσουμε πρέπει. Το φεγγάρι μας μαγεύει και μας παίζει.

Δέσποινα: Σ΄αγαπώ. Και μόνο εσένα. Στα χέρια σου αφήνομαι, άντρα και βασιλιά μου.

Πατέρας: Ω! Παλιές μου προσδοκίες, πόσο χαίρομαι. Πόσο χαίρομαι, το μαύρο το θεριό που τυφλώσαμε και τρέξαμε μαζί.

Κα. Ελίζα: Τα παιδιά μου! Αχ! Τα παιδιά μου. Συγγνώμη, παιδιά μου. Καινούρια αρχή.

Πατέρας: Στο σπίτι. Πάμε στο σπίτι. Μας περιμένει ο Μηνάς!

Πέτρος: Πάμε. Εκεί , όλα θα λυθούν. Προστατευμένα.

Κα. Ελίζα: Πάμε, παιδιά μου. Ολοταχώς.

Μάνος: Εκεί όλα θα λυθούν. Στο ορκίζομαι. Στη Μάνα. (Στη Μαρίτσα) Το χέρι θα σου φροντίσω εγώ. Χαμογέλα.

Μαρίτσα: Χαμογελώ. Πάμε! Κι εγώ θας σας φροντίσω.

Πατέρας: Μάνα άξια θα είσαι. Παίρνω πίσω τα όσα είπα για σένα και το σπίτι μας. Γυναίκα λαμπερή πάντα έστεκες και θα στέκεις. Σ’ ευχαριστώ.

Μαρίτσα: Στην οικογένεια, πάντα να στέκει μια στάλα αίμα, ένα κάψιμο βαθύ στο ριζικό μας. Να λέμε: Χρέωσέ τα στο Φεγγάρι. Κι αυτό το έμαθα σ’ εσάς. Πάμε στο σπίτι μας.

(Ξεκινούν την επιστροφή. Βγαίνει ο Μηνάς)

Μηνάς: Τι; Πώς βρέθηκα εδώ; Αφου με είδατε που ήρθα. Γιατί θέλατε. Δεν είδατε πως εγώ σαν το μακρύ του χέρι, τους κουνούσα; Κι όλα έπεσαν στη θέση τους. Όπως την πρώτη εποχή. Που με ξόρκι μαγικό, αξία του φεγγαριού, η μάνα τους με έδεσε να τους φυλάω, όταν άρρωστη έμαθε πως είναι. Κι έτσι απο αχτίδα φεγγαριού και δίσκος ασημένιος, γίνηκα ευγενές πτηνό, σε σπίτι μέσα. Γιατί, στο σπίτι δε χωράει του δίσκου μου η μαγεία. Κι έτσι χρειάζονταν λιγάκι γιατρειά. Μηνά με λένε. Κι είμαι εγώ το Φεγγάρι το ίδιο. Δουλειά μου, να φυλάω και να λειτουργώ. Να κουνώ τα σάπια του βυθού καράβια, πριν ρημάξουν και σκουλήκια πιάσουν. Να φέρνω το δίκιο για όλους. Για όλους… Και να τραγουδώ…

(Ξεκινάει να τραγουδάει και μπάινουν σιγά σιγά όλοι.)

Πέρνα τα δάχτυλά σου μέσα απ΄τα μαλλιά μου

έχουν θεριέψει οι καιροί και οι αγγέλοι

κομμάτια γίνεται η καρδιά, το αίμα στάζει

κι ας ξεχειλίζουν οι ουρανοί απ’ Άγιο Μέλι.

Μια άχνα άφησα κι ο Άνεμος την πήρε

ένα μικρούλι τόσο δα μικρό καράβι

μέσα στη νύχτα πάει, στα άπατα νερά

να το προσέξεις τα φωτάκια του ανάβει.

Κοιτάω τ’ αστέρια στο βαθύ τον ουρανό

στη νύχτα αφήνομαι, η λύπη να με πάρει

ό, τι κι αν κάνω, ό, τι ζήσω, ό, τι πω

μη μου κακιώσεις, χρέωσέ τα στο Φεγγάρι.”

Κι αν δε θυμάστε πως βαθειά μέσα σας υπάρχω και λιμνάζω και παραμονεύω, τότε είναι που έρχομαι και σας τραγουδώ…

Τα δάκρυα του Φεγγαριού

έρχονται από γέλια

αγγίζει μας, στοιχειώνει μας

έρχονται απο γέλια.

Όσο κι αν προσπαθείς να δεις

έρχονται από γέλια

μη γελαστείς, να μη χαθείς

έρχονται απο γέλια.

Τι το Φεγγάρι είναι σοφό

έρχονται από γέλια

αγγίζει μας, στοιχειώνει μας

μη γελαστείς, να μη χαθείς

Κι όσο κι αν φαίνεται σκληρό

μη γελαστείς, να μη χαθείς

έρχονται από γέλια

απάνω του να κρατηθείς.

Τι το Φεγγάρι είναι σοφό…”

Τώρα, επιστρέφω εκεί που ανήκω. Κλείστε τα μάτια σας. (Όλοι κάνουν συμβολικές κινήσεις , σα να παίζουν κρυφτό) Κρυφτείτε όπου θέλετε. Εγώ θα σας βρω. Μέτρημα αρχίζω στους χτύπους της καρδιάς σας. Θα σας βρω. Φτου και βγαίνω…

ΤΕΛΟΣ

Έργο: John Brockington

Σχολιάστε υπεύθυνα: