[Σχεδιάσματα (Work in Progress)] της Ελένης Φουρνάρου

[Σχεδιάσματα (Work in Progress)] της Ελένης Φουρνάρου

  •  
  •  




1.
α.
Μπορούσε να απαριθμήσει ακριβώς τα στοιχεία του που είχε ερωτευτεί. Που την είχαν στοιχειώσει. (Γιατί, αν έπρεπε να απαντήσει ειλικρινά, θα έλεγε πως δεν ήταν ερωτευμένη. Παγιδευμένη ήταν. Ανάμεσα σε θραύσματα εικόνων που οριοθετούσαν το σχήμα του ιδανικού, μνήμες συναισθημάτων και εμπειριών βαθιά θαμένων στα σκοτάδια του ασυνείδητου, που αδυνατούσε να ανακαλέσει στην επιφάνεια ως πραγματικά και έλεγε πως μόνο ένας υπνωτιστής-ταχυδακτυλουργός θα μπορούσε ίσως να χειριστεί τρυφερά για να μην τη ματώσει).
Στοιχεία-στοιχειά. Τα φίνα οστά που σχημάτιζαν το πρόσωπό του. Λεπτά, αιχμηρά, σχεδόν κρυστάλλινα. Μύτη, σαγόνι, ζυγωματικά. Αν ήταν ηθοποιός θα έπρεπε να παίζει μόνο ήρωες εποχής – ευγενείς, ιππότες, αυτόχειρες τραγουδιστές. Και μάγους.

β.
Ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο του. Όσο κι αν προσπαθούσε της ήταν αδύνατο να θυμηθεί αυτόν τον τρόπο. Ανάμεσα στο δείκτη και τον μέσο; Τον μέσο και τον παράμεσο; Το πίεζε με τον αντίχειρα; Το τίναζε κάθε τόσο ή το άφηνε να καίγεται στο τασάκι; Αδύνατον. Ούτε μια εικόνα (ούτε μια ρουφηξιά) δεν κατάφερνε να ανακτήσει στο παρόν.Θυμόταν, όμως, ολοκάθαρα την αίσθηση που της προκαλούσε το κάπνισμά του, την έκθαμβή της προσήλωση σε κάθε ανεπαίσθητη κίνηση, την επιτακτική ανάγκη της να τυλιχτεί σε εκείνον τον καπνό που έδιωχνε από τα χείλη του. Παρέλυε σαν μέλισσα, τόσο ακίνητη μπρος στη δική του ακινησία, τόσο ανίκανη να κινηθεί – αν μπορούσε.

γ.
Το χαμόγελό του. Η φωνή του. Που είχαν γοητεύσει καν και καν. Τόσο χαρακτηριστικά δικά του. Και η τέλεια άρθρωση που άφηνε τα φωνήεντα ελαφρώς μετέωρα, ενώ τα σύμφωνα καρφώνονταν με ακρίβεια κεραίας.
Το δέρμα του. Το δέρμα του. Τόσο λείο, απαλό, τρυφερό που μόνο, τελείως κοινότοπα, μπορούσε να το παρομοιάσει με δέρμα μωρού. Την πρώτη φορά που άγγιξε την πλάτη του, μετά την πολυαναμενόμενη, σχεδόν αποτυχημένη και αλησμόνητη εναρκτήρια ερωτική τους συνεύρεση, ευχήθηκε να μπορούσε να εξαφανιστεί ηρωικά, να διαλυθεί μέσα στα σκούρα βαμβακερά σεντόνια του, να μην προλάβει να νιώσει κι αυτός την αφή της δικής της επιδερμίδας, που είχε μεν αποτριχώσει επιμελώς, είχε αλείψει με κρέμες αρωματικές, πανάκριβες και σπάνιες, προσδοκώντας, ικετεύοντας να χαραχτεί στη μνήμη του σαν μοναδική ερωμένη αλλά. Μπρος στο δικό του δέρμα στεκόταν αδιάφορη, τραχιά κι ανάξια να την αγγίξεις.

δ.
Το στόμα του. Τα χείλη του. Η γλώσσα του. Ο τρόπος που τη φίλησε. Πώς σχημάτισε πρώτα μια γραμμή με το δάχτυλό του στο μπράτσο της, ξανά και ξανά και ξανά, ώσπου εκείνη δεν έβλεπε τίποτα άλλο από ‘κείνη την κίνηση που την υπνώτιζε, τόσο που αν της έλεγε “χρυσή μου, τώρα είστε σκύλος” θα σηκωνόταν περιχαρής και θα γάβγιζε.
Έπειτα έγειρε προς το μέρος της, πρώτα το βλέμμα, μετά το κεφάλι, στο τέλος ολόκληρος, μα ελαφριά, πανάλαφρα, σαν να μην είχε βάρος (ποτέ δεν ένιωσε το βάρος αυτού του άντρα πάνω της. Την πολιόρκησε σαν νοτιάς, την κατάκτησε σαν ομίχλη).

ε.
Έγειρε προς το μέρος της αργά, με ρυθμό και λογική ευρωπαϊκής ταινίας, πλήρης ατμόσφαιρας, μουσικής, προσήλωσης στο κάδρο. Άγγιξε το στόμα της ανεπαίσθητα κι έπειτα αγκάλιασε με τα χείλη του το δικό της άνω χείλος και μετά το κάτω και ξανά και ξανά και ξανά, τη φιλούσε ατέλειωτα, πάνω στον ψευτοδερμάτινο καναπέ του μοδάτου παραλιακού καφέ που έσφυζε από κόσμο, από νεαρά αγόρια και κορίτσια που πάλλονταν υπόγεια στο αδιάφορο μπιτ των ηχείων και επικοινωνούσαν μέσα από έξυπνα κινητά με με ανθρώπους άλλους από αυτούς που κάθονταν δίπλα τους.
Στον ψευτοδερμάτινο καναπέ, ένα ζευγάρι σχεδόν μεσήλικο που φιλιόταν σαν να τελείωνε ο αέρας, σαν να τελείωνε η ζωή, σαν να τελείωνε ο κόσμος όπως τον ήξεραν μέχρι τότε τα πλάσματα που τον κατοικούσαν.

στ.
Τη φίλησε όπως δεν την είχε φιλήσει ποτέ κανείς. Κυριολεκτικά. Τη φίλησε με έναν τρόπο νέο, άγνωστο, που θα μπορεί να περιγράφει λεπτομερώς μέχρι να πεθάνει.
Του είπε βραχνά, χωρίς να τον κοιτάζει “πάμε να φύγουμε από ‘δω” κι εκείνος πέταξε ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι, την αγκάλιασε από τους ώμους, την έβαλε στο αυτοκίνητό του και την ξαναφίλησε.
Οδήγησε αργά μέχρι το σπίτι του, μια διαδρομή που της φάνηκε ερεθιστική και ατέλειωτη. Πάρκαρε στο σκοτάδι, τη ρώτησε “θα ανέβεις για λίγο” – λες και θα μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο μ΄αυτήν την παγωμένη ερημιά γύρω της, αυτήν την αχνιστή λαχτάρα μέσα της – την έβαλε να καθίσει σε ένα συγκινητικά ρετρό ντιβάνι και την ξαναφίλησε.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά. Σχεδόν τέσσερα χρόνια έκαναν έρωτα, δεν ξανάγγιξαν τα χείλη τους.



Έργο: Μάριος Τρίχας

Σχολιάστε υπεύθυνα: