[Ένα πρωινό μαζί σου] της Φρειδερίκης Μπαξεβανίδου

[Ένα πρωινό μαζί σου] της Φρειδερίκης Μπαξεβανίδου

  •  
  •  




Άνοιξε αργά τα μάτια της. Είχε ξεχάσει να κλείσει τα παντζούρια χθες το βράδυ, και οι ακτίνες του ήλιου που αντανακλούσαν στα βρώμικα τζάμια της απέναντι πολυκατοικίας την έλουζαν ολόκληρη. Κοίταξε την ώρα. 10.15
Έπρεπε να είχε σηκωθεί δυο ώρες νωρίτερα. Ήταν Δευτέρα και έπρεπε να βιαστεί. Είχε να διαβάσει και μετά να πάει στο μάθημα.
Τεντώθηκε νυσταγμένα και αγκάλιασε το μαξιλάρι που κοιμόταν άλλοτε εκείνος. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της, όταν συνειδητοποίησε ότι η μυρωδιά του δεν είχε ξεθυμάνει ακόμα. Σηκώθηκε νωχελικά και πήγε στην κουζίνα. Καφές φουντούκι όπως κάθε πρωί. Εκείνος αν ήταν εκεί θα έπινε σκέτο Ness. Κοίταξε το κόκκινο σκαμπό που καθόταν εκείνος τα πρωινά και κάπνιζε αγουροξυπνημένος, με τις τουφίτσες απ’ τα μαλλιά του να αγκαλιάζουν άναρχα το μέτωπό του. Αν ήταν εκεί θα τον αγκάλιαζε και θα του έλεγε πόσο τον αγαπάει. Μετά θα πίνανε μαζί τον καφέ ξαπλωμένοι στον καναπέ, βλέποντας καρτούν. Και όλα θα ήταν τόσο απλά, και τόσο όμορφα. Και δε θα της έλειπε.
Πήρε τον καφέ της και κάθισε στην αναπαυτική καρέκλα του γραφείου της. Σε λίγο τον είχε μπροστά της. Ένα όμορφο πλασματάκι να της λέει ”καλημέρα μωρό μου”.
Ήθελε να τον φιλήσει, να τον πάρει αγκαλιά, να κλείσουν τα φώτα και να μείνουνε έτσι, χωρίς να τους νοιάζει ο χρόνος. Αυτός ο γαμημένος χρόνος που τους στερούσε το να είναι μαζί. Δε την ένοιαζε που ήταν πρωί. Οι δυο τους μπορούσαν να κάνουν τη μέρα νύχτα και τη νύχτα μέρα. Και θα το κάνανε. Όπως το κάνανε τόσες πολλές φορές στο παρελθόν. Όπως όταν ξυπνούσαν τέσσερις το χάραμα και πεινασμένοι παραγγέλνανε hot-dog. Όπως εκείνα τα κυριακάτικα πρωινά, που δεν άνοιγαν τις κουρτίνες, και προσποιύνταν πως είναι Σάββατο βράδυ. Για να κερδίσουν λίγο ακόμη χρόνο. Και τώρα; Τώρα απλά περίμεναν. Περίμεναν υπομονετικά πίσω από μια παγερή οθόνη – το μοναδικό τους συνδετικό κρίκο-.
Τα χιλιόμετρα την έσκιζαν στα δυο! Η μόνη της παρηγοριά; Εκείνος. Εκείνος και τα σκέρτσα του, και τα αστεία του. Η αγάπη που της χάριζε ήταν εθισμός.
Ήπιαν μαζί τον καφέ. Λέγοντας τα νέα τους, σχολιάζοντας το πρόγραμμα της ημέρας και κάνοντας όνειρα. Όνειρα για το μέλλον. Για τη στιγμή που θα μπορούσαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλον. Για τη στιγμή που οι δείκτες του ρολογιού θα σταματούσαν και ο χρόνος θα τους ανήκε ολοκληρωτικά.
Όσο έγραφε στον υπολογιστή εκείνος είχε σταματήσει να χαζεύει ειδήσεις και την κοίταζε. Την κοίταζε και χαμογελούσε. Και εκείνη ήξερε. Ήξερε πως άξιζε να κοιμάται μόνη της τα βράδια. Ήξερε πως άξιζε να περιμένει ατέλειωτες ώρες στους σταθμούς των τρένων . Ήξερε πως τον αγαπούσε…
Η ώρα είχε περάσει και αν δεν έφευγε σύντομα θα αργούσε στο μάθημα. Ήπιε μια τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ της, του είπε ”καλημέρα” και σηκώθηκε. Έκλεισε τον υπολογιστή και ξεκίνησε για τη στάση του λεωφορείου.



Έργο: Χριστίνα Τσέβη

Σχολιάστε υπεύθυνα: