[Πωλ  Κρισνοβεκ] του Σωτήρη Διαμάντη

[Πωλ Κρισνοβεκ] του Σωτήρη Διαμάντη

  •  
  •  




Το τηλέφωνο άρχισε να στριγγλίζει. Ο Πωλ άνοιξε τα μάτια του και άπλωσε το χέρι του και το έπιασε. Το έβαλε με δυσκολία στο αυτί του ενώ ψέλλιζε μερικές βρισιές.

– Πρέπει να έρθετε αμέσως. Ακούστηκε από μέσα.
– Που; Ρώτησε ο Πωλ κοφτά και φανερά νευριασμένος.

Πήρε την απάντηση του και κοφτά ξανά είπε «κλείσε, έρχομαι» και σηκώθηκε από το κρεβάτι ξυπνώντας την κοπέλα δίπλα του. Ήταν μια ακόμα από τις μιας βραδιάς περιπέτειες του μιας και δεν πίστευε ότι ο χαρακτήρας και η δουλειά του επέτρεπαν να κάνει κάτι πιο σοβαρό κάτι σαν σχέση ας πούμε η απλά ήταν τέτοιος τύπος ρεμάλι και αυτό τον γέμιζε εν τέλη, τουλάχιστον αυτό έλεγε όταν τύχαινε να τον ρωτήσει κάποιος.

– Πρέπει να φύγεις. Της είπε. Έχω δουλειά.
– Σε πειράζει να μείνω εδώ. Είπε η κοπέλα γεμάτη νάζι.
– Ναι με πειράζει. Της είπε κοφτά και την έκανε να σηκωθεί άρον άρον φανερά ενοχλημένη.

Η ώρα ήταν 3μιση 4 παρά και πλέον είχε φτάσει στο σημείο ένα παλιό κτίριο βρισκόταν εκεί. Το μέρος ήταν εντελώς γνώριμο στον Πωλ. Εκεί είχε μείνει και εκείνος ,όπως και πολλά άλλα παιδιά από την επαρχία, όταν είχε πρωτοφτάσει στην πόλη σαν νεαρός φοιτητής τότε και τώρα 15 σχεδόν χρόνια μετά επέστρεφε εκεί για έναν πολύ κακό λόγο.

Στην είσοδο του κτηρίου τον περίμεναν ο Γκασκόν και ο Ντεξ δυο καινούργιοι στο σώμα που επί της ουσία ήταν οι συνεργάτες του ίσως και υπό την προστασία του βέβαια, αυτό πάντα ήταν υπό αμφισβήτηση γιατί ο Πωλ ήταν πολύ περίεργος και δύσκολος στο να έχει άλλους εντελώς δίπλα του οπότε ήταν κάπως σαν να είναι από «κάτω» του ουσιαστικά τους έδινε εντολές.

– Τι έχουμε εδώ; Ρώτησε.
– Γυναίκα περί τα 20 με 25 λευκή καστανά μαλλιά γύρω στο 1,75 νεκρή. Είπε ο Ντεξ.
– Στον 3 όροφο βρίσκεται και μας ειδοποίησαν από την απέναντι πολυκατοικία καθώς όπως λένε άκουσαν πυροβολισμό. Πρόσθεσε ο Γκασκόν.
– Μάλιστα. Ψέλλισε αρκετά σκεπτικός ο Πωλ και προχώρησε προς την σκάλα για να δει από κοντά τον τόπο του εγκλήματος.

Έφτασε στο τρίτο όροφο και προχώρησε στον μισοσκότεινο διάδρομο. Οι τοίχοι παλιοί και ξεβαμμένοι είχαν εδώ κα πολλά χρόνια αυτό ο γκρι χρώμα το σχεδόν μουχλιασμένο. Έφτασε στο δωμάτιο και αυτό ήταν το πρώτο σοκ για εκείνον. Ήταν το δωμάτιο που έμενε και ο ίδιος σχεδόν 15 χρόνια πριν. Εκείνο το μικρό δωμάτιο στο πίσω μέρος του κτήριο με το μικρό μπαλκόνι που έβλεπε το μισό στον ακάλυπτο και το μισό το απέναντι κτίριο το οποίο και ήταν οίκος ανοχής. Από εκεί μάλιστα είπαν ότι άκουσαν τον πυροβολισμό. Μάλιστα με αυτόν τον οίκο ανοχής εκείνα τα χρόνια είχε πολλά πάρε δώσε ο Πωλ.

Μπαίνοντας μέσα στο δωμάτιο αναγνώρισε αμέσως την δόμηση του δωματίου η μικρή κουζίνα στα αριστερά του στα δεξιά του λίγο πιο μέσα το μπάνιο και μετά το δωμάτιο με το κρεβάτι. Προχωρώντας άρχισε να μυρίζει το φρέσκο αίμα που ήταν σχεδόν παντού μέσα στο δωμάτιο. Ξεκιναγε από την πόρτα είχε λερώσει τους 2 από τους 4 τοίχους και κατέληγε στο κρεβάτι οπού ήταν και το πτώμα της κοπέλας ξαπλωμένο μπρούμυτα. Το κρεβάτι είχε γίνει στην κυριολεξία κόκκινο. Τα λεύκα σεντόνια είχαν ποτίσει το αίμα και σχημάτιζαν ένα μακάβριο σχέδιο έχοντας και ένα πτώμα στην μέση.

Το δωμάτιο μέσα τέλεια συγυρισμένο χωρίς να φαίνεται ότι μπορεί κάποιος να μπήκε κρυφά και να πάλεψε με την κοπέλα. Το μοναδικό πράγμα που έδειχνε ότι κάτι μπορεί να έγινε εκεί ήταν το αίμα που ήταν παντού και το πτώμα φυσικά. Ωστόσο το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι δεν υπήρχε πουθενά σημάδι σφαίρας ούτε πάνω στην κοπέλα ούτε όμως και στο δωμάτιο. Όταν πλησίασε πιο πολύ ο Πωλ για να εξετάσει το πτώμα διαπίστωσε ότι ήταν σχεδόν αποκεφαλισμένη. Το κεφάλι της έμενε στο σώμα της εξαιτίας της σπονδυλικής της στήλης. Ήταν σαν ο δράστης να συνέχιζε να κόβει γύρω-γύρω αφότου η κοπέλα ήταν είδη νεκρή. Έτσι λοιπόν εξηγούταν και τα σημάδια από αίμα που ήταν παντού τριγύρω.

Αφού λοιπόν ολοκλήρωσε την αυτοψία του και αφού πλέον είχαν αναλάβει η σήμανση και οι υπόλοιπες ομάδες έπρεπε πλέον να λύσει μια υπόθεση έχοντας σχεδόν τίποτα στα χέρια του όσον αφορά τα στοιχεία αλλά έχοντας από την άλλη πολλά ερωτήματα. Ποια είναι η κοπέλα αυτή καθώς δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο και ούτε ο σπιτονοικοκύρης της μέχρι εκείνη την στιγμή. Για ποιο λόγο ήταν όλα τόσο τέλεια ταχτοποιημένα τι ρόλο παίζει ο οίκος ανοχής και τέλος ο πυροβολισμός έγινε τελικά η δεν έγινε ποτέ. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε ένα ποτό είχε πλέον γυρίσει σπίτι του και σκεφτόταν όλα αυτά. Ξημέρωνε πλέον και μια καινούργια δύσκολη υπόθεση άρχιζε και μέσα σε όλα αυτά του έκλεινε και το μάτι το παρελθόν. Ποσό τυχαίο ήταν που ο φόνος έγινε στο ίδιο δωμάτιο που έμενε ο ίδιος αναρωτήθηκε τράβηξε μια ντζούρα από το τσιγάρο του και έκανε το ίδιο και από το ποτό του.

– Όλο μαλακιες γίνονται. Μονολόγησε. Και όλες πρέπει να τυχαίνουν σε έμενα την τύχη μου μέσα. Συνέχισε μονολογώντας.

Έσβησε το τσιγάρο στράγγιξε το ποτήρι στο στόμα του και πήγε να κοιμηθεί.



Έργο: Γιώργος Πολ. Ιωαννίδης

Σχολιάστε υπεύθυνα: